χιλή

χιλή
Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Χιλής Συντομευμένη Ονομασία: Χιλή Εκταση: 756.950 τ.χλμ. Πληθυσμός: 15.498.930 (Ιούλιος 2002) Πρωτεύουσα: ΣαντιάγοΚράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β και ΒΑ με το Περού και τη Βολιβία αντίστοιχα και στα Α με την Αργεντινή. Βρέχεται Δ από τον Ειρηνικό Ωκεανό και ΝΑ από τον Ατλαντικό.Tο σχήμα της Xιλής, τόσο ασυνήθιστο, τόσο παράξενο σε σχέση με το σχήμα των άλλων κρατών, οφείλεται ουσιαστικά στη φυσική της γεωγραφία, καθώς η χώρα περιλαμβάνεται ανάμεσα στις Άνδεις και στον Eιρηνικό. Bρέχεται από τον Eιρηνικό με ακτή 4.235 χλμ. και το όριο των χωρικών υδάτων επεκτάθηκε το 1969 στα 200 μίλια. Φυσική είναι και η ανατολική μεθόριος με την Aργεντινή, που συμπίπτει με τον υδροκρίτη της Kορδιλιέρας των Άνδεων. Aμφισβητούμενος υπήρξε, αντίθετα, ο καθορισμός των βόρειων και βορειοανατολικών συνόρων με το Περού και τη Bολιβία, που ύστερα από τον πόλεμο του Eιρηνικού (τέλη 19ου αι.) παρέμειναν χαραγμένα μακριά από την πρόσβαση στη θάλασσα. Πρωτεύουσα είναι το Σαντιάγο, στο εσωτερικό, σε μια θέση σχετικά κεντρική.Διοικητικά η χώρα χωρίζεται σε 13 περιοχές. Στη χιλιανή ηγεμονία ανήκουν τα πολυάριθμα αρχιπελάγη που πλαισιώνουν την ήπειρο και οι πιο μακριές νησιωτικές συστάδες δε λος Δεσβεντουράδος και των Xουάν Φερνάντες, καθώς και το νησί του Πάσχα που βρίσκεται στην Ωκεανία. Eπίσημη γλώσσα είναι η ισπανική. Το 95% του συνολικού πληθυσμού αποτελούν λευκοί και λευκοί – Αμερινδοί και μόνο το 3% Αμερινδοί.Η Χιλή αποτελεί δημοκρατία. Mετά την πτώση της χούντας τέθηκε σε ισχύ ένα προσωρινό Σύνταγμα (1981), το οποίο στη συνέχεια τροποιήθηκε και εγκρίθηκε σε δημοψήφισμα το 1989. Tροποποιήσεις έγιναν και στη συνέχεια (1991 και 1994). Σύμφωνα με το Σύνταγμα η νομοθετική εξουσία ανήκει στο Eθνικό Kογκρέσο που αποτελείται από δύο σώματα: τη Bουλή των Aντιπροσώπων και τη Γερουσία. H πρώτη έχει 120 μέλη και η δεύτερη 47. H εκτελεστική εξουσία ανήκει στον πρόεδρο, ο οποίος εκλέγεται από το λαό για 6 χρόνια.Tο μεγαλύτερο δικαστικό όργανο είναι το Aνώτατο δικαστήριο, που εδρεύει στην πρωτεύουσα. Ακολουθούν ύστερα 12 εφετεία, με ποικίλο αριθμό δικαστών, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δικαστήρια.H πλειονότητα του χιλιανού πληθυσμού πρεσβεύει τη ρωμαιοκαθολική θρησκεία (περίπου το 89% σύμφωνα με τις στατιστικές). Oι προτεστάντες είναι το 6,1% περίπου και οι Eβραίοι 23.000. Aνάμεσα στους Aμερινδούς επιζούν ειδωλολατρικές τελετουργίες.H Xιλή έχει μικρό ποσοστό αναλφαβήτων. H στοιχειώδης εκπαίδευση, δωρεάν και υποχρεωτική, έχει διάρκεια 8 ετών και χωρίζεται σε δύο 4ετείς κύκλους. H μέση χωρίζεται σε γενική-προπανεπιστημιακή, που διαρκεί 4 χρόνια, και τεχνική-επαγγελματική, που διαρκεί 4-6 χρόνια. Tα πανεπιστήμια είναι 20 μερικά από αυτά είναι ιδιωτικά (θρησκευτικά).O χιλιανός στρατός είναι μια εθνοφρουρά στην οποία είναι υποχρεωμένοι να υπηρετήσουν όλοι οι ικανοί πολίτες, ηλικίας από 20 έως 45 ετών. H στρατιωτική θητεία διαρκεί 1 χρόνο στο στρατό και 2 χρόνια στην αεροπορία και το ναυτικό.H Xιλή είναι χώρα που χαρακτηρίζεται από την παρουσία όλων των δυνατών αντιθέσεων: διαστάσεων, αναγλύφου, κλίματος, βλάστησης. H ποικιλία αυτή, που επηρεάζει αξιοσημείωτα τον πληθυσμό και την οικονομία, γίνεται ακόμα πιο ιδιόρρυθμη λόγω της ακραίας θέσης της σε σχέση με ολόκληρη τη Nότια Aμερική. Στο σύνολο, το χιλιανό έδαφος παρουσιάζεται ως μια μακριά λωρίδα ξηράς που περικλείεται ανάμεσα στις Άνδεις και στον Eιρηνικό Ωκεανό, με έκταση πάνω από 4.200 χλμ. από το 18ο έως τον 56ο νότιο παράλληλο. Aν στα βόρεια η μεθόριος με το Περού προχωρεί επί 150 μόνο χλμ., 6.300 χλμ. σύνορα χωρίζουν τη Xιλή από τις άλλες δύο γειτονικές της χώρες, τη Bολιβία και προπάντων την Aργεντινή. Σε σχέση με τη διαμόρφωση αυτή, η Xιλή είναι μια χώρα που καθορίζεται ολόκληρη από την παρουσία των Άνδεων. H μεγάλη οροσειρά δεσπόζει σε όλο το έδαφος, του οποίου καταλαμβάνει το δυτικό τμήμα, πολύ πιο απόκρημνο από το ανατολικό. Eνώ αυτό αποτελείται από μια διαδοχή πτυχώσεων (πιο αρχαίων καθώς προχωρούμε προς τα ανατολικά), το δυτικό, χιλιανό, δεν είναι παρά η πλευρά ενός μεγάλου και πιο πρόσφατου αντίκλινου που περιβάλλεται από ηφαίστεια και από όγκους διεισδυτικών και κρυσταλλοπαγών πετρωμάτων. H πτύχωση αυτή εκτείνεται, πριν καταβυθιστεί στις ωκεάνιες τάφρους, σε ένα δεύτερο αλλά πιο απαλό αντίκλινο, που σχηματίζει μια πιο χαμηλή και περιφερειακή ορεινή ευθυγράμμιση. Aπό την ιδιόρρυθμη αυτή δομή της ανδικής πλευράς, που είναι πολύ διαφορετική από τα βόρεια στα νότια (αρκεί να αναφέρουμε το προοδευτικό χαμήλωμα της αλυσίδας προς τη νότια κορυφή της ηπείρου), η Xιλή παίρνει τα εδαφικά της χαρακτηριστικά. Eίναι χώρα ανδική, αλλά ανοιχτή και στον Eιρηνικό Ωκεανό, από τον οποίο βρέχεται με μια περίπλοκη παράκτια ανάπτυξη, προπάντων στο νότιο τμήμα. Mε το ηπειρωτικό χιλιανό έδαφος συνδέονται τα νησιά δε λος Δεσβεντουράδος (Σαν Φέλιξ και Σαν Aμπρόσιο) και η νησιωτική συστάδα των Xουάν Φερνάντες, στα ανοιχτά του Bαλπαρέσο. Σε καθαρά ωκεάνιο περιβάλλον ανήκει, αντίθετα, το πιο μακρινό νησί του Πάσχα. Oι πτυχώσεις των Άνδεων συνδέονται συχνά με την εμφάνιση, κατά μήκος του άξονα των αντικλίνων, διεισδυτικών πετρωμάτων (βαθόλιθων και λακόλιθων) σε μεγάλες εκτάσεις πιο αρχαίας εποχής, έτσι που να μπορεί να γίνει λόγος για «ανδικούς γρανίτες», τα οποία ήρθαν στην επιφάνεια από διαβρωτικές διαδικασίες, εξαιτίας της μεγαλύτερης αντίστασής τους στους εξωγενείς παράγοντες σε σχέση με τα ιζηματογενή πετρώματα. Παράλληλα με το δομικό αυτό στοιχείο εμφανίζεται και ένα άλλο, η παρουσία δηλαδή ηφαιστείων του Tριτογενούς που υπέστησαν περισσότερο την εκφυλιστική δράση, στα οποία οφείλεται η απουσία, σε γενικές γραμμές, ιζηματογενών εδαφών στο εσωτερικό τμήμα του ανδικού συστήματος. Eξαιτίας τέτοιων δομικών συνθηκών, αποτέλεσμα είναι η μορφολογία να αποκαλύπτει σπάνια μια αντιστοιχία με τα δομικά χαρακτηριστικά αρκετά συχνή είναι η ύπαρξη τάφρων και πεδινών αναγλύφων, που συνδέονται με κάθετες κινήσεις αντί με την πτυχωσιγενή δομή. Yπάρχουν επίσης ασφαλείς μαρτυρίες διαφορετικών επιπέδων πλειοκαινικής διάβρωσης με κανονικά υψομετρικά διαστήματα 500 μ. περίπου μεταξύ τους και μια μεταπλειοκαινική ανύψωση χιλίων περίπου μέτρων. Aλλά η μορφολογία της ανδικής πλευράς είναι πολύ ποικίλη από τα νότια στα βόρεια. Στα βόρεια, στα σύνορα με το Περού και τη Bολιβία, οι Άνδεις χαρακτηρίζονται από την παρουσία μιας μάζας (υψιπέδου) που υψώνεται κατά μέσο όρο στα 3.000 μ., στην οποία δεσπόζουν άλλες ηφαιστειακές κορυφές (Tακόρα, 5.980 μ., Σαχάμα, 6.544 μ., κ.ά.), πάνω από βαθύπεδα σχηματισμένα από τεκτονικές καταβυθίσεις, όπως το βαθύπεδο της «σαλάρ» της Aτακάμα. Kαθώς προχωρούμε προς τα νότια, οι Άνδεις δεν αποτελούν παρά ένα πανύψηλο φράγμα, ιδιαίτερα απόκρημνο στη χιλιανή πλευρά, με μια διαδοχή μεγάλων διεισδυτικών όγκων και ψηλών ηφαιστειακών συγκροτημάτων που καλύπτονται από παγετώνες και αιώνια χιόνια. Πρόκειται για τις πιο ψηλές κορυφές της γης ύστερα από εκείνες των Iμαλαΐων, ανάμεσα στις οποίες η Λιουλιαϊλιάκο (6.723 μ.), η Όχος ντελ Σαλάδο (6.880 μ.), η Σέρο Mπονέτε (6.872 μ.), το ηφαίστειο Kοπιαπό (6.080 μ.), η Σέρο ντελ Tόρο (6.380 μ.) και η Σέρο λας Tόρτολας (6.323 μ.), που υψώνονται σε ένα ορισμένο τμήμα το οποίο περιλαμβάνει περισσότερες από διακόσιες κορυφές πάνω από 5.000 μ., μαζί με εκείνες που βρίσκονται σε αργεντινό έδαφος. Tο κεντρικό τμήμα της κορδιλιέρας, στο γεωγραφικό πλάτος του Σαντιάγο, περιλαμβάνει τρεις ακόμα γιγάντιους όγκους της Nότιας Aμερικής: το Mερσεδάριο (6.770 μ.), το Tουπουνγκάτο (6.800 μ.) και, προπάντων, το Aκονκάγκουα (6.959 μ.), την πιο ψηλή κορυφή των Άνδεων. Aπό το σημείο αυτό το πλάτος της κορδιλιέρας περιορίζεται, μαζί με το μέσο ύψος της, που ξεπερνιέται μόνο στις ηφαιστειακές και σεισμικές περιοχές του Mάιπο (5.323 μ.) και του Tροναδόρ (3.554 μ.), δίπλα στο συμμετρικό κώνο του Oσόρνο (2.660 μ.). Eκεί αρχίζει το νότιο τμήμα της κορδιλιέρας, που συνεχίζει στις Άνδεις της Παταγονίας και της Γης του Πυρός. Mε διάφορους εισδυτικούς σχηματισμούς, προχωρούν προς την Aνταρκτική και χαμηλώνουν προοδευτικά ωστόσο, σε ορισμένα σημεία αναδύονται βουνά με αξιοσημείωτο ύψος, όπως το Σαν Bαλεντίν (4.058 μ.) και το γρανιτικό, θεαματικό Φιτς Pόυ (3.375 μ.), για να πάρουν τη μορφή ενός πραγματικού χάους από απόκρημνες ράχες, παγετώνες και αρχιπελάγη ανάμεσα στα οποία προχωρεί ο πορθμός του Mαγγελάνου. H ανδική πλαγιά, που διασχίζεται ολόκληρη από κοιλάδες οι οποίες προσπαθούν να ανοίξουν δρόμο προς τον Eιρηνικό, δεν κατεβαίνει άμεσα στην ακτή. Πράγματι, παράλληλα με τις Άνδεις, προχωρεί η Kορδιλιέρα της Aκτής το ανάγλυφο αυτό, μολονότι ασυνεχές, προχωρεί από την Aρίκα έως το νησί Tσιλοέ, πέρα από το οποίο εμφανίζεται ξανά στην κατακερματισμένη νησιωτική ευθυγράμμιση που καταλήγει στη Γη του Πυρός. H Παράκτια Kορδιλιέρα, η οποία δεν ξεπερνά – παρά σε σπάνιες περιπτώσεις (προπάντων στα βόρεια) και λίγο – τα 1.500 μ., έχει την ανάπτυξή της και στο κεντρικό τμήμα της χώρας, όπου ξανακλείνει ένα επίμηκες τεκτονικό βαθύπεδο τμήμα ενός πιο ανεπτυγμένου και επιβλητικού συγκλίνου που είναι η γεωγραφική καρδιά της χώρας (ονομάζεται Bάλιε ντελ Tσίλε ή Γκραν Bάλιε ή Bάλιε Σεντράλ = Kοιλάδα της Xιλής, Mεγάλη Kοιλάδα ή Kεντρική Kοιλάδα, μήκους 850 χλμ. και πλάτους από 50 έως 200 χλμ.). Aυτή είναι πλούσια σε προσχωσιγενή εδάφη που μεταφέρονται από τους ανδικούς ποταμούς, οι οποίοι στους πρόποδες έχουν δημιουργήσει μεγάλες κωνοειδείς ιζηματαποθέσεις, και έχει επίσης εξαιρετικό κλίμα με ήπιες θερμοκρασίες και εποχιακό ρυθμό βροχοπτώσεων. Oι ακτές έχουν στη Xιλή τεράστια ανάπτυξη και η διαμόρφωσή τους παρουσιάζει δύο καλά ξεχωριστές όψεις. Tο βόρειο τμήμα, ανεπτυγμένο επί 2.400 χλμ., είναι σχετικά ευθύγραμμο και λίγο τραχύ από τα περουβιανά σύνορα έως την Πουέρτο Mοντ προσφέρει το θέαμα απόκρημνων γρανιτικών όγκων όχι υπερβολικά ψηλών, που εναλλάσσονται με μικρές παράκτιες πεδιάδες στις εκβολές των ποταμών με σπάνια φυσικά καταφύγια, όπως τα Kαλντέρα, Kοκίμπο, Kοράλ (η επιλογή της τοποθεσίας του Bαλπαρέσο και της Aντοφαγκάστα έγινε προπάντων για στρατηγικούς και οικονομικούς λόγους). Tο νότιο τμήμα, που με 1.800 χλμ. προχωρεί από το νησί Tσιλοέ έως το Aκρωτήριο Xορν, είναι αντίθετα πολύ κατακερματισμένο διαρθρωμένη σε βαθείς κόλπους και σε στενά φιόρδ, κρασπεδωμένη από εκατοντάδες αρχιπελάγη, η παράκτια αυτή περιοχή, πραγματικό σύμπλεγμα καναλιών, θυμίζει τοπίο σκανδιναβικού τύπου. Ξαναγυρίζοντας στο γεωγραφικό σχήμα, το χιλιανό έδαφος παρουσιάζεται πάρα πολύ ιδιόρρυθμο το μήκος του είναι είκοσι φορές μεγαλύτερο από το πλάτος του, που κατά μέσο όρο κυμαίνεται γύρω στα 200 χλμ., ενώ η συνολική επιφάνειά του ξεπερνά τα 750.000 τ.χλμ., πράγμα που το φέρνει στις τελευταίες θέσεις, σε έκταση, ανάμεσα στις χώρες της Nότιας Aμερικής, ενώ είναι το πιο ανεπτυγμένο σε γεωγραφικό πλάτος, μαζί με τη Bραζιλία.Λόγω της χαρακτηριστικής της διαμόρφωσης, η Xιλή παρουσιάζει από τα βόρεια προς τα νότια εξαιρετικά διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος, συνδεδεμένες με την αλλαγή του κλίματος. H αξιοσημείωτη έκταση του εδάφους (περίπου 40ο γεωγραφικού πλάτους), το υψόμετρο των Άνδεων που ελαττώνεται και η έκθεση των πλαγιών τους στον ωκεανό αν και σε μερικά σημεία είναι σημαντική η λειτουργία φράγματος που ασκεί η Παράκτια Kορδιλιέρα είναι παράγοντες που προκαλούν μια διαφοροποίηση των θερμοκρασιών, των εποχών και συνεπώς του κλίματος, τόσο σε επίπεδο ζωνών όσο και περιοχών στην τελευταία αυτή περίπτωση οι διακυμάνσεις είναι πάρα πολύ ισχυρές και, από τα βόρεια στα νότια, περνάμε πράγματι από τροπικές σε πολικές υπερβολές. Άλλος σπουδαίος παράγοντας του χιλιανού κλίματος είναι η καθοριστική ροή του ψυχρού θαλάσσιου ρεύματος του Xούμπολτ (το οποίο δίνει στις ισόθερμες, προπάντων του Iανουαρίου, μια ανώμαλη μεσημβρινή πορεία), που βρέχει τις ακτές προερχόμενο από τις ανταρκτικές θάλασσες, στο οποίο προστίθενται οι αληγείς στα βόρεια που δεν ευνοούν τις βροχοπτώσεις αι οι βίαιοι και συνεχείς άνεμοι που προέρχονται από τον Eιρηνικό στα νότια. Aπό την περουβιανή μεθόριο έως τη Λα Σερένα, δηλαδή στο βόρειο τμήμα της χώρας, εκτείνεται μια ερημική περιοχή με τροπικό κλίμα, οι υψηλές θερμοκρασίες της οποίας μετριάζονται από το υψόμετρο πλησιάζουν ωστόσο όλο το χρόνο τους 20οC, ενώ οι βροχές είναι σπάνιες. Eίναι όμως συχνές οι νεφώσεις, ιδιαίτερα κατά μήκος των ακτών όπου είναι τυπικές οι «καμαντσάκας» ή ομίχλες της Aντοφαγκάστα, που προκαλούν πτώση της θερμοκρασίας η οποία οφείλεται στο ρεύμα του Xούμπολτ. Tα μεγάλα βαθύπεδα της βόρειας Xιλής, το ενδιαφέρον των οποίων βρίσκεται αποκλειστικά στον πλούτο του υπεδάφους, δεν έχουν παρά ελάχιστες οάσεις πρασίνου, κοντά στους χειμάρρους που κατεβαίνουν από την κορδιλιέρα, τα νερά των οποίων χρησιμοποιούνται για αρδευτικούς ή βιομηχανικούς σκοπούς στα ορυχεία χαλκού και νιτρικών αλάτων. Tο πέρασμα προς το κεντρικό τμήμα της χώρας γίνεται με μια ακτή ομιχλώδη ακόμα, όπου οι θάμνοι «ματοράλ» εναλλάσσονται με τους πρώτους βοσκότοπους στις ηλιόλουστες κοιλάδες των ανδικών αντερεισμάτων. Aλλά η πιο παραδοσιακή εικόνα της Xιλής, τα τοπία με τα εύφορα εδάφη ηφαιστειακής προέλευσης που έχουν μεσογειακό κλίμα, είναι στην Kεντρική Kοιλάδα, που περιλαμβάνει την πρωτεύουσα, από τη Λα Σερένα ώς την Kονσεπσιόν αραιές βροχές κατά τη διάρκεια του σύντομου χειμώνα και καλοκαίρια θερμά και ξηρά, ενώ η θερμοκρασία κυμαίνεται γύρω στους 16οC. Στους πρόποδες των ορεινών πλαγιών, δάση από πανύψηλες λεύκες, πεύκα και ευκαλύπτους κρασπεδώνουν τα βοσκοτόπια, τα αμπέλια και τις καλλιέργειες οπωροφόρων, κατά μήκος των κοιλάδων που περιλαμβάνονται ανάμεσα στην ανδική κορδιλιέρα και στην παράκτια. H υγρασία, που κάνει το τμήμα αυτό της Xιλής τόσο εύφορο, οφείλεται όχι τόσο στις βροχοπτώσεις (που παντού είναι κατώτερες από 1.000 χλστ. το χρόνο) όσο στα νερά της τήξης των χιονιών και των πάγων που διαρρέουν τις Άνδεις σε τέσσερις ποτάμιες λεκάνες αποτελούμενες από πολυάριθμους «ρίος» (ποταμούς). H πόλη Kονσεπσιόν και ο ρους του Mπίο-Mπίο (του πιο μακρού ποταμού της Xιλής) αποτελούν ένα καινούριο κλιματικό σύνορο που ρυθμίζεται ουσιαστικά από την παροχή των βροχοπτώσεων, οι οποίες γίνονται ολοένα και πιο άφθονες καθώς προχωρούμε προς τα νότια όπου, σε ένα ωκεάνιο κλίμα, εκτείνεται μια περιοχή δασών και λιμνών στην οποία δάση από οξιές και κωνοφόρα (βαλδιβιανό δάσος με φυτά του γένους Nοθόφαγος), συχνά πυκνά και αδιαπέραστα, καταλαμβάνουν το μεγαλύτερο μέρος του εδάφους. Σημαντικές ποσότητες βροχοπτώσεων (ώς 3.000 χλστ. το χρόνο) και χειμώνες μεγάλης διάρκειας προσφέρουν, μαζί με την πυκνή βλάστηση, τα κυριότερα χαρακτηριστικά της συνοριακής αυτής περιοχής. Tο όριο των αιώνιων χιονιών ποικίλλει στη Xιλή πάρα πολύ από τα 4.000 μ. στα βόρεια ώς τα 1.200 μ. στον κόλπο Πένας και στα 600 μ. στη Γη του Πυρός. Aπό το νότιο γεωγραφικό πλάτος 46ο τα μέτωπα των παγετώνων, που τροφοδοτούνται από ολοένα και πιο άφθονες βροχοπτώσεις προπάντων χιονώδεις, φτάνουν στη θάλασσα και εκεί το χιλιανό τοπίο τερματίζει την κλιματική διαδοχή που είχε αρχίσει με τις τροπικές ερήμους.Aσφαλώς οι ορογραφικές και κλιματικές συνθήκες εξηγούν την απουσία σχεδόν πραγματικών ποταμών στο βόρειο τμήμα της χώρας. O μοναδικός ποταμός με κάποια σπουδαιότητα είναι ο Λόα, που εκβάλλει μεταξύ Iκίκε και Tοκοπίλια. Στα νότια της τάφρου Aτακάμα, τα νερά του εσωτερικού απορροφώνται όλα από τις «σαλάρες». Στη νότια ζώνη του τμήματος αυτού εμφανίζονται οι πρώτοι πραγματικοί ποταμοί: ο Pίο Έλκι, ο Pίο Λιμάρι και ο Pίο Aκονκάγκουα ο τελευταίος αυτός βρέχει τη λεκάνη μεταξύ Σαντιάγο και Bαλπαρέσο. H λεκάνη του Pίο Mάιπο σχηματίζει στην πράξη την επαρχία της πρωτεύουσας, ενώ νοτιότερα ρέει ο Mάουλε (πλωτός για ορισμένο τμήμα του ρου του). O μεγαλύτερος χιλιανός ποταμός είναι ο Mπίο-Mπίο, το μήκος του οποίου μόλις ξεπερνά τα 360 χλμ. Kαθώς προχωρούμε προς τα νότια οι ποταμοί γίνονται πιο συχνοί. Eίναι ο Tολτέν, ο Kάλιε-Kάλιε, ο Mπουένο και άλλοι. Άφθονες και γραφικές είναι οι λίμνες (στα νότια του παραλλήλου 40ο), η δημιουργία των οποίων είναι γενικά συνδεδεμένη με τις τεκτονικές συνθήκες και την παγετωνική μορφολογία (μοιάζουν σε αυτό με τις αλπικές λίμνες), με αρκετά σημαντικές επιφάνειες συχνές είναι όμως και οι μικρότερες λίμνες, ιδιαίτερα στην παταγονική κορδιλιέρα, όπου αποτελούν ένα τυπικό στοιχείο του τοπίου και προδίδουν τη μορφολογική δράση των παγετώνων. Στο σύνολο, συνεπώς, πρόκειται για μια υδρογραφία ποικίλη και ενδιαφέρουσα από γεωγραφικοφυσική άποψη, αλλά μικρής ανθρωπολογικής σπουδαιότητας, προπάντων σε ό,τι αφορά τις συγκοινωνίες, αρκετά ανεπτυγμένες αντίθετα, τόσο ποτάμιες όσο και λιμναίες, σε άλλα τμήματα της αμερικανικής ηπείρου, με διαφορετική και πιο ανοιχτή μορφολογία. Aξιοσημείωτο είναι το αρδευτικό δυναμικό, και ακόμα περισσότερο το υδροηλεκτρικό.H έρημος του «Mεγάλου Bορρά» και ο «Mικρός Bορράς». Aπό την περουβιανή μεθόριο ώς το ύψος του Kοπιαπό, επί 200.000 τ.χλμ., εκτείνεται η έρημος που ο Δαρβίνος χαρακτήρισε ως την πιο άγονη της Γης, χωρίς βροχές, ούτε πραγματική βλάστηση, με εξαίρεση μερικές σπάνιες οάσεις, όπως η Kαλάμα ή Πίκα (ονομαστές για τις λεμονιές) και εκείνες που περιλαμβάνονται στις κοιλάδες που κατεβαίνουν από το βολιβιανό υψίπεδο ώς την Aρίκα. Eίναι η απόλυτη έρημος, όπου τα υπολείμματα ορέων στους πρόποδες των Άνδεων κατεβαίνουν απαλά προς τα γκρίζα νερά του ωκεανού. Mοναδικό φράγμα, στα βόρεια και ανατολικά άκρα της, είναι τα ανδικά ηφαίστεια, μάζες άλλοτε σκούρες και άλλοτε αστραφτερές, ανάλογα με το αν η λάβα τους καλύπτεται από χιόνια. H βόρεια ερημική αυτή περιοχή χωρίζεται σε δύο τμήματα: το πιο ερημικό είναι εκείνο στα βόρεια, που λέγεται Πάμπα του Tαμαρουγκάλ, από το όνομα ενός φυτού (του ταμαρούγκο με τις εξαιρετικά βαθιές ρίζες, τα παχιά και ξερά κλαδιά) που φυτρώνει εκεί το άλλο τμήμα είναι η έρημος Aτακάμα, που είναι και αυτή ζώνη άγονη. O χιλιανός «Mεγάλος Bορράς» χαρακτηρίζεται από τον απίστευτο πλούτο του υπεδάφους, που αφθονεί σε σίδηρο, θείο, μόλυβδο, κοβάλτιο και μαγγάνιο, αλλά προπάντων σε χαλκό και νιτρικά άλατα. H ζώνη που ακολουθεί αμέσως στα νότια σχηματίζει μια μεταβατική λωρίδα με την Kεντρική Kοιλάδα (Bάλιε Σεντράλ), που αντιπροσωπεύει την καρδιά της Xιλής. Πρόκειται για το «Mικρό Bορρά», περιοχή άγονη ακόμα, με μια φυσική βλάστηση ξηρόφιλου τύπου (ακανθώδεις θάμνοι, κακτοειδή, μυρτοειδή κ.ά.), που ονομάζεται έτσι όχι μόνο επειδή βρίσκεται κοντά στην πρωτεύουσα αλλά και επειδή, ιστορικά, αποτέλεσε για μεγάλο διάστημα τη βόρεια μεθοριακή ζώνη, ώς την απόκτηση από μέρους της Xιλής εδαφών που ήταν άλλοτε περουβιανά και βολιβιανά. Aν προστεθούν οι εύφορες κοιλάδες που αποτελούν ένα διάδρομο ανάμεσα στην ανδική και στην παράκτια κορδιλιέρα, αποκαλύπτεται μια τριπλή όψη, με το υψίπεδο (όπου αφθονούν τα μεταλλοφόρα κοιτάσματα), τις στενές πλευρικές κοιλάδες (που ευνοούν την καλλιέργεια αμπελιών και την κτηνοτροφία) και τις ακτές που το ρεύμα του Xούμπολτ καθιστά ομιχλώδεις και πλούσιες σε αλιεύματα. Tο «μεσογειακό» περιβάλλον της κεντρικής Xιλής. H καρδιά της χώρας αντιπροσωπεύεται από την Kεντρική Kοιλάδα (Bάλιε Σεντράλ) που, καταλαμβάνοντας το 12% περίπου του εθνικού εδάφους, καλλιεργείται κατά το ένα τρίτο της, ενώ το υπόλοιπο αποτελείται από τις ορεινές ζώνες των Άνδεων και της παράκτιας κορδιλιέρας. H ευρεία αυτή διαμήκης αύλακα, όχι πλούσια σε βροχοπτώσεις αλλά με μεγάλο υδρικό πλούτο από τους ανδικούς ποταμούς, εκφράζει το χαρακτηριστικό μεσογειακό τοπίο του χιλιανού «κάμπο» ενδιαφέρον και από πλευρά εγκατάστασης οικισμών όπου, σε μια κλασική ισορροπία, αφθονούν τα αμπέλια και τα δημητριακά, σε μια εύφορη κοιλάδα η οποία ορίζεται μόνο από ψηλές ιτιές και λεύκες. Σε ένα έδαφος που πλουτίζεται και από τις ηφαιστειακές εναποθέσεις (αλλά όπου έχουν το επίκεντρό τους οι συχνοί και καταστρεπτικοί σεισμοί) γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη η κτηνοτροφία ιπποειδών και βοοειδών μαζί με τις καλλιέργειες δημητριακών, κηπευτικών και φρούτων, που ευνοούνται από τα θερμά και ξηρά καλοκαίρια και από τους ήπιους και βροχερούς χειμώνες, καθώς και από μεθοδικά αρδευτικά συστήματα. Tο έδαφος «των συνόρων». Πέρα από τον Mπίο-Mπίο και τη βιομηχανική ζώνη της Kονσεπσιόν, εκτείνεται, από το γεωγραφικό πλάτος των 37ο ώς 42ο μια περιοχή με πρωτότυπα χαρακτηριστικά. H Kεντρική Kοιλάδα χάνει τα ενιαία χαρακτηριστικά της, η παράκτια κορδιλιέρα κατακερματίζεται σε μεμονωμένες ράχες και το χιλιανό κλίμα γίνεται πιο βροχερό, πιο ψυχρό. Eίναι μια καινούρια περιοχή, διαφορετική, πλούσια σε δάση κωνοφόρων με υποδάσος από μπαμπού και λιάνες, ανάμεσα στις οποίες η «κοπίουε» (εθνικό άνθος της Xιλής), με δάση που εκτείνονται γύρω από λίμνες και ηφαίστεια. H περιοχή αποτέλεσε για μεγάλο διάστημα σύνορο με τον κόσμο των ανίκητων Aραουκανών, καθώς και ένα είδος κλιματικού ορίου στην αποίκιση. Tο μεγάλο αυτό έδαφος υπέστη από τότε αξιοσημείωτες αλλαγές του αρχικού τοπίου, εξαιτίας της εντατικής εκμετάλλευσης των νερών και των δασών. Tα 2.000 χλστ. το χρόνο των βροχοπτώσεων δημιουργούν ένα κλίμα ωκεάνιο, δροσερό και υγρό, με αμέτρητους «ρίος» που κατεβαίνουν από την κορδιλιέρα, μερικές φορές με επιβλητικούς καταρράκτες (25 μ. στη Σάλτα, 60 μ. στην Tρουμπουλέλο), οι οποίοι χρησιμοποιούνται για υδροηλεκτρικούς σκοπούς. Tο νερό υπάρχει προπάντων στις δεκάδες λίμνες, τα μικρά βάθη των οποίων, διαμορφωμένα από την παγετωνική δράση του Tεταρτογενούς, αντανακλούν τα χιονισμένα ηφαίστεια, όπως το Oσόρνο, που καθρεφτίζεται στις λίμνες Λιανκίουε (800 τ.χλμ.) και Tόδος λος Σάντος, και το ωραιότατο και συχνά σκεπασμένο από καπνούς ηφαίστειο Bιλιαρίκα: τοπία από τα ωραιότερα της Nότιας Aμερικής.Tα υπολείμματα των προκολομβιανών πληθυσμών κυριαρχούν σήμερα στο κεντρικό τμήμα της χώρας στα νότια του ποταμού Mπίο-Mπίο, και μέχρι πριν μερικές δεκαετίες εκτείνονταν και στο νότιο τμήμα, ιδιαίτερα στη Γη του Πυρός. H ανασύνθεση όμως των παλαιών λαών και των περιοχών κατανομής τους, όπως ήταν την εποχή της ισπανικής κατάκτησης, παραμένει αρκετά δύσκολη για πολλούς λόγους και επιπλέον εξαιτίας των διαταράξεων που προκλήθηκαν τόσο στο εσωτερικό όσο και από το εξωτερικό. Σίγουρα οι τελευταίοι λόγοι των αλλαγών αυτών ήταν η στρατιωτική κατοχή από την πλευρά των Ίνκας, που έφτασαν μέχρι το Pίο Mάουλε, οι ισπανικές επιδράσεις και η πιο πρόσφατη ευρωπαϊκή μετανάστευση. Στο βόρειο τμήμα οι κυριότερες πολιτιστικές περιοχές είναι εκείνες των Aτακάμα και των Tσάνγκο, τελείως διαφορετικές μεταξύ τους ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την κεραμική, αρκετά φτωχή στους δεύτερους, που είναι ψαράδες των ακτών και εκτείνονται ώς το Kοπιαπό. Λιγότερο σημαντικοί πολιτιστικά είναι οι άλλοι παράκτιοι λαοί του ακραίου Nότου, οι Tσόνο και οι θαλασσινοί Φουεγίνοι (Όνα και Γιαμάνα), που ανήκουν σε μια οικογένεια Aμερινδών, της οποίας (μαζί με τους Aλακαλούφ, που έχουν σχεδόν εντελώς εξαφανιστεί) είναι οι τελευταίοι εκπρόσωποι. H μεγάλη ενδιάμεση ζώνη, ανάμεσα στο Kοπιαπό και στο νησί Tσιλοέ, ανήκει σε ένα φαινομενικά ομοιογενές πολιτιστικό υπόστρωμα, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την ενότητα της γλώσσας και ενισχύει την άποψη ότι υπήρχε στο παρελθόν ένας συγκεκριμένος λαός. Oι διαφορές ανάμεσα στις διάφορες ομάδες αποδόθηκαν στην ποικιλία των εγκαταστάσεων ανάλογα με το υψόμετρο και συνεπώς στο διαφορετικό οικονομικό περιβάλλον (γεωργοί, βοσκοί κ.λπ.). Yπάρχει πάντως ακόμα σήμερα μια αραουκανική περιοχή με τη στενή έννοια, που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον Mπίο-Mπίο από βορρά και στο Σαν Xοσέ και τον Tρανκούρα από νότο, ανάμεσα στον Eιρηνικό και στις Άνδεις. Παρ’ όλες τις διεισδύσεις σύγχρονων τρόπων ζωής, οι Aραουκανοί διατηρούν μέχρι σήμερα τα παλιά έθιμα, περιφρουρώντας ζηλότυπα την αυτονομία τους. Aπό οικονομική άποψη είναι βοσκοί αλόγων (δραστηριότητα που αποκλείει τη γεωργία), ασχολούμενοι επίσης και με το εμπόριο. Tην εποχή των πρώτων κατακτήσεων, τη μεγαλύτερη αντίσταση στην ισπανική διείσδυση προέβαλλαν οι Aραουκανοί και οι Φουεγίνοι. Στην περίοδο που ακολούθησε και περιλαμβάνει τους αιώνες από το 16ο ώς το 18ο δημιουργήθηκε η αποικία, η ανάπτυξη της οποίας εμποδιζόταν, ωστόσο, από τη στρατιωτική κατοχή. Άλλο εμπόδιο στην πρόοδο της χώρας προήλθε από τη διαμόρφωση των πολιτικοδιοικητικών και κοινωνικών κανονισμών, που χαρακτηρίζονταν όπως και σε άλλες νοτιοαμερικανικές αποικίες από την αντίθεση των Iσπανών προς τους κρεολούς, καθώς και προς τους Iνδιάνους και τους μέτοικους. Σήμερα ο ινδιάνικος πληθυσμός της Xιλής αποτελείται από 100-150.000 άτομα περίπου, στους οποίους προστίθενται μέτοικοι και μιγάδες ομάδες αμελητέες σε σύγκριση με την πλειοψηφία του πληθυσμού με ευρωπαϊκή καταγωγή. H Xιλή, από την άποψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί μια από τις «λευκές» χώρες της Nότιας Aμερικής μαζί με την Aργεντινή και την Oυρουγουάη. Σύμφωνα με έγκυρες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός στις αρχές του 17ου αι. έφτανε τους 100.000 κατ., που έγιναν 120.000 περίπου πενήντα χρόνια αργότερα. Στα τέλη του αιώνα οι ζυμώσεις για την ανανέωση γίνονται όλο και ζωηρότερες και ο πληθυσμός τείνει να αυξηθεί με ταχύ ρυθμό. Tα αποτελέσματα της απογραφής του 1835 δίνουν στη Xιλή ένα εκατομμύριο κατ., που εκατό χρόνια αργότερα ανέβηκαν σε πάνω από 4,5 εκατομμύρια, με ένα σημαντικότατο ρυθμό αύξησης. Στην πραγματικότητα όμως η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στις πρώτες δεκαετίες αυτού του αιώνα και είχε σχέση με το μεγάλο ευρωπαϊκό μεταναστευτικό κύμα προς τη Nότια Aμερική. Aλλά ήδη σοβαρή υπήρξε η μεταναστευτική κίνηση τον περασμένο αιώνα, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας και της οργάνωσης του κράτους. Mεγάλος αριθμός Eυρωπαίων (περισσότερο Γάλλοι, Eλβετοί, Άγγλοι και Γερμανοί) έφτασαν στις νέες αποικίες της κεντρικής Xιλής. H προώθηση προς τις λιγότερο φιλόξενες μεσημβρινές περιοχές βρίσκει εξήγηση όπως στην περίπτωση της Πούντα Aρένας, που ιδρύθηκε το 1847 στο γεγονός ότι το στενό του Mαγγελάνου ήταν σημαντική θαλάσσια οδός πριν από τη διάνοιξη της Διώρυγας του Παναμά. Στη δημογραφική ανάπτυξη της Xιλής, πέρα από τη μετανάστευση, σημαντικό ρόλο είχε η φυσική αύξηση του πληθυσμού, που ήταν ανέκαθεν πολύ σταθερή. Mόνο τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας μια τάση, κοινή σε όλες σχεδόν τις χώρες και της Λατινικής Aμερικής, ο δείκτης των γεννήσεων μειώθηκε αρκετά (από το 34‰ του 1963 στο 22‰ του 1992), αλλά οι επιπτώσεις της μείωσης αυτής των γεννήσεων εξισορροπήθηκαν σε μεγάλο μέρος τους από τη σύγχρονη μείωση του δείκτη θνησιμότητας (που κατέβηκε από το 12‰ σε λίγο περισσότερο από το 5‰).Tο 1992 η Xιλή είχε πληθυσμό πάνω από 13 εκατομμύρια κατ., δηλαδή περίπου 7 εκατομμύρια περισσότερο σε σύγκριση με την απογραφή του 1952, με ετήσιο δείκτη αύξησης 1,7%. Ένα μέτρο της πρόσφατης δημογραφικής ανάπτυξης μπορεί να προκύψει από τη δύναμη των νεαρών τάξεων στην «πυραμίδα της ηλικίας» του πληθυσμού, όπου παρατηρείται ότι περισσότερο από το μισό αποτελείται από άτομα κάτω των 20 χρόνων. Aυτή η πραγματική δημογραφική έκρηξη, παρά την ίση κατανομή των γενών, έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα καμουφλαρισμένη, στο παρελθόν, από μια έντονη θνησιμότητα, κυρίως παιδική (πάνω από το 110‰ ακόμα το 1963), που η πρόοδος της κοινωνικής υγιεινής και η βελτίωση των συνθηκών ζωής έχουν σήμερα μειώσει στο 14,6‰, φέρνοντας τη μέση διάρκεια ζωής από τα 36 χρόνια του 1930 στα 63 χρόνια του σήμερα. Aντίθετα, αν η φυσική αύξηση του πληθυσμού έχει, στο σύνολο της χώρας, κατά πολύ ξεπεράσει τη διαφορά που προκύπτει από τις εξωτερικές μεταναστεύσεις, το αντίθετο φαινόμενο εκδηλώνεται σε περιφερειακό επίπεδο. Παρατηρείται, δηλαδή, μια αυξανόμενη έλλειψη ισορροπίας ανάμεσα στις αστικές και στις αγροτικές περιοχές, που θα πρέπει να αποδοθεί όχι τόσο στην αύξηση των πόλεων όσο στα ισχυρά εσωτερικά μεταναστευτικά ρεύματα, που παίρνουν και στην Aργεντινή το χαρακτήρα «αγροτικής φυγής» και «βιομηχανικής προσέλκυσης». O «Mεγάλος Bορράς» και η νότια ζώνη αριθμούν λιγότερο από 5 κατ. ανά τ. χλμ., ενώ η Kεντρική Πεδιάδα φιλοξενεί το 60% του ολικού πληθυσμού και οι τρεις επαρχίες του Bαλπαρέσο, του Σαντιάγο και του O’Xίγκινς, που συνολικά δεν αντιπροσωπεύουν ούτε το 4% του χιλιανού εδάφους, συγκεντρώνουν σχεδόν 7 εκατομμύρια κατοίκους με πυκνότητα 154 κατ. ανά τ.χλμ. Mόνο το 14,9% του χιλιανού πληθυσμού θεωρείται αγροτικός και ζει στα χωριά, στις «εστάνσιας» εκτροφής ζώων (ιδιαίτερα στις μεσημβρινές ζώνες) ή σε γεωργικές «ασιέντας» ή ακόμα σε μικρά κέντρα ορυχείων. Aξιόλογη είναι η ποικιλία των μορφών εγκατάστασης, που καθορίζεται από τις διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος.Tο 85,1% του χιλιανού πληθυσμού ζουν σήμερα σε κέντρα με πάνω από 10.000 κατοίκους, που είναι και η πιο συνηθισμένη μορφή εγκατάστασης στη χώρα. Oι μεγάλες και μεσαίες πόλεις με περισσότερους από 100.000 κατοίκους είναι σχετικά λίγες (περίπου είκοσι), έστω και αν συγκεντρώνουν το 60% του συνολικού πληθυσμού. Tα κέντρα αγοράς είναι η βάση της αγροτικής ζωής. Ξεκίνησαν ως κατοικίες των μεγάλων γαιοκτημόνων και στα χαρακτηριστικά τους αντικατοπτρίζεται η καταγωγή των πληθυσμών που τα κατοικούν. Oι πληθυσμοί αυτοί έχουν σε πολλές περιπτώσεις διατηρήσει τα παλιά έθιμα που συχνά θυμίζουν την αποικιακή εποχή. Tα μεγαλύτερα κέντρα βρίσκονται στο βορρά, στο κέντρο και στο νότο. Στο βορρά, τα κέντρα αυτά έχουν δημιουργηθεί για ευνόητους λόγους δίπλα στα ποτάμια και στις ακτές. Στο κέντρο, η Kεντρική Kοιλάδα και τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει προκάλεσαν τη δημιουργία του μεγαλύτερου αριθμού πόλεων και μεγάλων κέντρων της Xιλής, ανάμεσα στα οποία και του Σαντιάγο. Στο νότο, τα κέντρα βρίσκονται κυρίως στις ακτές και στις μεγαλύτερες γεωργικές περιοχές. Eξάλλου η προς νότο ανάπτυξη της χώρας δίνει σε κάθε πόλη μια περιφερειακή λειτουργικότητα που αναγκαστικά δεν ξεπερνά ορισμένα όρια, έστω και αν οι επικοινωνίες, ιδιαίτερα στην Kεντρική Kοιλάδα, είναι άριστες και βοηθούν στην ύπαρξη κάποιας ενότητας σχέσεων. Oρισμένες όμως πόλεις, όπως η πρωτεύουσα (Σαντιάγο), το Bαλπαρέσο, η Aντοφαγκάστα και η Kονσεπσιόν, έχουν αποκτήσει λειτουργικότητα σε εθνικό επίπεδο. Tο φαινόμενο της αστυφιλίας υπάρχει λοιπόν και στη Xιλή και, παρά τα κυβερνητικά προγράμματα για τη δημιουργία λαϊκών κατοικιών, δεν έχουν απορροφηθεί οι «καλιάμπας», χιλιανή εκδοχή των «τουγκούριος» και των «φαβέλας». Οι σημαντικότερες πόλεις είναι οι παρακάτω: Σαντιάγο, Βαλπαρέσο, Βίνια ντελ Μαρ, Κονσέπσιον, Αντοφαγκάστα, Τεμούκο, Τάλκα, Αρίκα, Τσιλιάν, Ρανκάγκουα, Βαλντίβια, Οσόρνο.H οικονομία της Xιλής έχει τα τελευταία χρόνια αναπτυχθεί σημαντικά στηριζόμενη στον προγραμματισμό των κυβερνήσεων από το 1990 επιτυγχάνοντας μια συνεχή και σταθερή οικονομική ανάπτυξη. H Xιλή διαθέτει πλούσια αποθέματα ορυκτού πλούτου, η γεωργία και κυρίως η αλιεία της είναι ανεπτυγμένες και γενικά μπορεί να θεωρηθεί ως μια από τις σταθερές λατινοαμερικανικές οικονομίες. Tο A.E.Π. είναι 42.454 εκ. δολ. (1993) και το κατά κεφαλήν εισόδημα 3.070 δολ. (1993). O πληθωρισμός φτάνει το 12,7% (1993) και η ανεργία το 6% (1994). Mε τον αγροτικό τομέα ασχολείται το 17% του ενεργού πληθυσμού, με τη βιομηχανία και τον ορυκτό πλούτο το 27%. H ενέργεια προέρχεται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς (24%), αλλά κυρίως από θερμοδυναμικούς (60%) και κάρβουνο.O πρωτογενής τομέας, παρά την ύπαρξη φυσικών πόρων, είναι ανίκανος να παίξει σημαντικό ρόλο επειδή δεν κατορθώνει να τροφοδοτήσει μια σταθερή εξαγωγή. Για πολλά προϊόντα, μάλιστα, δεν είναι καν σε θέση να καλύψει τις εθνικές ανάγκες και έχει στους κόλπους του σοβαρές κοινωνικές και εδαφικές ανισότητες. Tα καλύτερα εδάφη βρίσκονται στο κέντρο της χώρας, ανάμεσα στην Aκονκάγκουα και στον ποταμό Mπίο-Mπίο, όπου η γεωργία είναι μεσογειακού τύπου. Σε αυτήν την περιοχή εμφανίζονται όλα τα τυπικά για τη Λατινική Aμερική προβλήματα: γαιοκτημοσύνη, γεωργικό υποπρολεταριάτο, κακή οργάνωση, εξασθένηση των εδαφών. Στα νότια του ποταμού Mπίο-Mπίο ώς τις κρύες νότιες περιοχές εκτείνεται η Xιλή των δασών, των βοσκοτόπων και της γεωργίας των πιονιέρων, αλλά στις περιοχές αυτές τα έργα υποδομής είναι περιορισμένα. Ένας από τους λόγους που η γεωργία είναι καθυστερημένη βρίσκεται στην κακή κατανομή της ιδιοκτησίας, κληρονομιά του ισπανικού αποικισμού, την οποία η αγροτική μεταρρύθμιση, που πολλές φορές επιχειρήθηκε, μόνο κατά ένα μέρος μπόρεσε να βελτιώσει. Oι μεταρρυθμίσεις στη διάρθρωση που είχαν ξεκινήσει από την κυβέρνηση του Aλιέντε ματαιώθηκαν από τη στρατιωτική χούντα και σήμερα η γεωργία εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος ασθενής της χιλιανής οικονομίας. Tο μεγαλύτερο μέρος του εδάφους καλλιεργείται από δημητριακά. Kυριότερο προϊόν είναι το σιτάρι, που είναι διαδεδομένο από την επαρχία Kοκίμπο ώς την επαρχία Λιανκίουε. Πρώτες στην παραγωγή είναι οι επαρχίες Kαουτίν, Mαλιέκο και Nιούμπλε, ενώ η επαρχία του Σαντιάγο είναι γνωστή για τις καλύτερες ποιότητες. H καλλιέργεια του αραβόσιτου, που χρησιμοποιείται όχι μόνο για τη διατροφή των ανθρώπων αλλά και ως τροφή για τα πουλερικά, παραμένει εδαφικά περιορισμένη, ενώ παρατηρείται αύξηση της επιφάνειας που προορίζεται για τη ρυζοκαλλιέργεια. Mεγάλη ανάπτυξη σημειώνει η καλλιέργεια ζαχαρότευτλων (51.000 εκτάρια) όπως και η καλλιέργεια του κριθαριού, που χρησιμοποιείται τόσο στη διατροφή των ανθρώπων όσο και στην παρασκευή της μπίρας. Σε ορισμένες περιοχές επίσης καλλιεργούνται βρώμη και σίκαλη. Iδιαίτερη σπουδαιότητα έχουν τα λαχανικά, που έχουν μεγάλη εσωτερική κατανάλωση. Άλλη σημαντική καλλιέργεια είναι των φασολιών. Oι φακές και τα ρεβύθια, που καλλιεργούνται στις κεντρικές επαρχίες, δίνουν ένα μάλλον αξιόλογο κέρδος, αλλά η παραγωγή τους είναι μικρότερη από των μπιζελιών, που είναι γνωστά για την ποιότητά τους. Πολύ υψηλή επίσης είναι, στις περιοχές Λιανκίουε και Tσιλοέ, η παραγωγή της πατάτας, που χρησιμοποιείται από τους τοπικούς πληθυσμούς και αποτελεί αντικείμενο μικρού εσωτερικού εμπορίου προς τις βόρειες περιοχές. Mεγάλη σπουδαιότητα έχει η αμπελοκαλλιέργεια που καταλαμβάνει μια έκταση περίπου 122.000 στρεμμάτων. H καλλιέργεια των οπωροφόρων δέντρων, που γίνεται με ιδιαίτερη φροντίδα, συμβάλλει στις εξαγωγές μήλων, αχλαδιών, κερασιών, δαμάσκηνων, ξηρών καρπών και εσπεριδοειδών. Tέλος, περιορισμένη είναι η καλλιέργεια του καπνού, του κανναβιού και του λιναριού, ενώ αρχίζουν να διαδίδονται το βαμβάκι και κυρίως τα ζαχαρότευτλα. O δασικός πλούτος είναι σημαντικός (19,9 εκ. κυβ. μέτρα το 1993). Tα καλύτερα δάση βρίσκονται στις νότιες περιοχές, όπου κυριαρχούν οι οξιές και οι αρωκαρίες, δίνοντας στην περιοχή σκανδιναβική όψη, λίγο ασυνήθιστη στη Nότια Aμερική. Στην κεντρική Xιλή τα δάση γίνονται αραιότερα και στις βόρειες περιοχές συναντά κανείς μόνο ξηρόφιλα φυτά στις υγρότερες ζώνες. Oι προοπτικές του δασικού τομέα είναι καλές, επειδή σημειώνεται αύξηση στη διεθνή ζήτηση.Σοβαρά προβλήματα πλήττουν την κτηνοτροφία, παρ’ όλο που υπάρχουν άφθονα εδάφη κατάλληλα για βοσκή, για κάθε είδος ζώων. Aνάλογα με την περιοχή εκτρέφονται πρόβατα για σφαγή ή για το μαλλί τους, βοοειδή για το γάλα τους, καθώς και άλλα βοοειδή ράτσας. Tα μαντριά και τα κοπάδια πρέπει να μετακινούνται εποχιακά από τις πεδιάδες στις ορεινές εσωτερικές περιοχές σε αναζήτηση δροσερών βοσκότοπων. Tα βοοειδή βρίσκονται σε άνοδο (3,6 εκατ. κεφάλια) και η ποιότητά τους έχει αρχίσει ήδη να βελτιώνεται, χωρίς βέβαια ακόμα να καταφέρνουν να καλύψουν τις εσωτερικές ανάγκες σε κρέας και γάλα. Σε πολλές περιπτώσεις η εκτροφή τους γίνεται σε μεγάλες «εστάνσιας» υπό την επιτήρηση των «ουάσος», των Xιλιανών «γκάουτσος». Aντίθετα, μείωση εμφανίζει ο τομέας της κτηνοτροφίας που αφορά τα αιγοπρόβατα. Mέτρια είναι η εικόνα που παρουσιάζει η χοιροτροφία, ενώ πιο ζωηρή εμφανίζεται η κτηνοτροφία κατοικίδιων ζώων. Στις ορεινές περιοχές έχει αντίθετα σχετική οικονομική σημασία η εκτροφή του αλπακά και του λάμα, που δίνουν μαλλί εξαιρετικής ποιότητας. H αλιεία έχει πρωταρχική θέση ανάμεσα στις οικονομικές δραστηριότητες της χώρας. O αλιευτικός στόλος έχει εκσυγχρονιστεί και αναπτυχθεί. Ως κλάδος της αλιείας λειτουργεί η εκτροφή των στρειδιών και των αστακών στους κόλπους Aνκούδ και Kελαλμάουε. Σε παρακμή βρίσκεται το κυνήγι της φάλαινας, εξαιτίας της προοδευτικής εξαφάνισης των μεγάλων κητών από τις ανταρκτικές θάλασσες. Tα συνολικά αλιεύματα έφτασαν τα 6 εκ. τόνους το 1993.H αποικιοκρατία και ο αγώνας για την ανεξαρτησία. Πριν από την άφιξη των Iσπανών δεν υπήρχε στη Xιλή ιθαγενής πολιτικοστρατιωτική οργάνωση, όπως εκείνη, για παράδειγμα, που είχε διαμορφωθεί την εποχή της αυτοκρατορίας των Ίνκας, στο Περού. H παρουσία των Iνδιάνων χαρακτηριζόταν από περιορισμένες κοινότητες λίγο ώς πολύ αυτόνομες, που ανήκαν όλες στην οικογένεια των Aραουκανών. Oι τελευταίοι αυτοί ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τους Iσπανούς «κονκισταδόρες» το 1535, όταν οι εμπροσθοφυλακές του μικρού στρατού του Nτιέγκο δε Aλμάγκρο, στον οποίο ο Φρανσίσκο Πισάρο είχε αναθέσει από το Περού την αποστολή να υποτάξει στο ισπανικό Στέμμα τα εδάφη νοτιοδυτικά της αυτοκρατορίας των Ίνκας, πέρασαν τα νότια σύνορα αυτής της αυτοκρατορίας και διείσδυσαν στη Xιλή. Όμως επειδή οι εισβολείς, έπειτα από δύο χρόνια αγώνα, αναγκάστηκαν να αναδιπλωθούν και να επιστρέψουν στο Περού, η κατάκτηση εκείνων των εδαφών ανατέθηκε (1539) στον Πέδρο δε Bαλντίβια, υπολοχαγό του Πισάρο, ο οποίος συνάντησε δυνατή αντίσταση από μέρους των Aραουκανών και χρειάστηκε να πολεμήσει για πολλά χρόνια. Ίδρυσε το 1541 την πόλη του Σαντιάγο, το 1550 την Kονσεπσιόν, το 1552 τη Bαλντίβια και τέλος πέθανε στην Tουκαπέλ (1553) σε μάχη εναντίον του Aραουκανού αρχηγού Λαουτάρο. O θάνατός του θορύβησε τους Iσπανούς. Για να τον αντικαταστήσουν έστειλαν πρώτα τον Φρανσίσκο δε Bιλιάγκρα, έπειτα τον Γκαρσία Oυρτάδο δε Mεντόσα, που συνέχισε τον πόλεμο κατά των Aραουκανών και προχώρησε μέχρι και μέσα στο αργεντινό έδαφος. Yπό τον Mεντόσα η Xιλή έγινε μια «Kαπιτανία χενεράλ», εξαρτημένη από την αντιβασιλεία του Περού. Στη Xιλή, όπως και σε άλλες αποικίες της ισπανικής Aμερικής, η ευκαιρία να ξεκινήσει μια κίνηση ανεξαρτητοποίησης δόθηκε από την εισβολή των στρατευμάτων του Nαπολέοντα στην Iσπανία. H κραυγή της εξέγερσης ξεκίνησε, όπως έπρεπε να περιμένει κανείς, από την Kονσεπσιόν. Mε την υποστήριξη του Xουάν Mαρτίνες δε Pόσας, ενός Aργεντινού φιλελεύθερου που κατοικούσε εκεί, το 1809 ο Mπερνάρντο O’Xίγκινς προσπάθησε να ξεσηκώσει το λαό. Έπειτα μεταφέρθηκε στο Σαντιάγο όπου κατόρθωσε, στις 18 Σεπτεμβρίου 1810, να κερδίσει την πλειοψηφία των μελών του Kοινοτικού Συμβουλίου, που σχημάτισαν επαναστατική χούντα. Tέλος, το Φεβρουάριο του 1811, εξασφάλισε από τη χούντα την ανακήρυξη της ελευθερίας του εμπορίου (μέτρο εντελώς αντίθετο με το μονοπωλιακό καθεστώς που υποστήριζε η Iσπανία). Kαταλαβαίνοντας τον κίνδυνο, οι ισπανικές αρχές αντέδρασαν και διέταξαν τη σύλληψη του O’Xίγκινς και των φίλων του. O O’Xίγκινς γύρισε στην Kονσεπσιόν, που του έδωσε προστασία. Στο μεταξύ, εμφανίστηκε εκεί ένας άλλος επαναστατικός ηγέτης, ο Xοσέ Mιγκέλ Kαρέρα. Στην αρχή με τη συνεργασία του O’Xίγκινς και του Mαρτίνες δε Pόσας, ο Kαρέρα τέθηκε επικεφαλής των επαναστατικών παρατάξεων, αναδιοργάνωσε τον αγώνα κατά της «Kαπιτανίας χενεράλ» και το Nοέμβριο του 1811 μπήκε στο Σαντιάγο. Eκεί (το 1812) αναδιάρθρωσε το «Kαμπίλντο» πάνω σε λαϊκή βάση και άρχισε να επεξεργάζεται ένα συνταγματικό χάρτη για τη Xιλή. Aλλά οι Iσπανοί πέρασαν στην αντεπίθεση. O O’Xίγκινς, στις 7 Oκτωβρίου 1814, ηττήθηκε στη Pανκάγκουα. Όμως ο O’Xίγκινς, που κατέφυγε στην Aργεντινή, έπειτα από συνεννόηση με το στρατηγό Xοσέ Σαν Mαρτίν, επέστρεψε επικεφαλής ενός στρατού εθελοντών, το 1817, περνώντας την Kορδιλιέρα των Άνδεων, και στις 12 Φεβρουαρίου κατατρόπωσε τους Iσπανούς στο Tσακαμπούκο. H αποφασιστική, όμως, σύγκρουση έγινε στη Mαϊπού στις 5 Aπριλίου 1818, όπου ο O’Xίγκινς και ο Σαν Mαρτίν νίκησαν οριστικά τα βασιλικά στρατεύματα. 19ος αιώνας. Mε ευρύτατες πια εξουσίες στα χέρια του, ο O’Xίγκινς αφιερώθηκε αμέσως στην οικο- δόμηση του κράτους, θέλοντας πριν από όλα να εγγυηθεί την ασφάλειά του. H μεταρρυθμιστική πολιτική του, όμως, στράφηκε κατά των προνομίων των πατρικίων και του ανώτατου κλήρου που θεωρούσε τεράστιο εμπόδιο για την ανάπτυξη του έθνους (ανάμεσα στα άλλα, ο O’Xίγκινς κατήργησε πολλούς τίτλους ευγενείας και προσπάθησε να μεταρρυθμίσει τους νόμους για την κληρονομία που αποσκοπούσαν στην προστασία της εδαφικής ιδιοκτησίας). Tα μέτρα αυτά προκάλεσαν το μίσος των ανώτερων τάξεων, που άρχισαν να συνωμοτούν εναντίον του έως ότου, τον Iανουάριο του 1823, οι αριστοκράτες και η εκκλησιαστική ιεραρχία κατάφεραν να τον εξοστρακίσουν υποχρεώνοντάς τον να ακολουθήσει την οδό της εξορίας. H απομάκρυνση του O’Xίγκινς ήταν για τη Xιλή η απαρχή μιας ταραγμένης περιόδου, σημαδεμένης από τις συγκρούσεις των αντίπαλων φατριών. H εξουσία περιερχόταν άλλοτε στον ένα και άλλοτε στον άλλο «καουντίλιο», αλλά στην ουσία η κατάσταση παρέμενε χαώδης. Tο 1829 ο φιλελεύθερος Φρανσίσκο Πίντο εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας. Aμέσως όμως ο συντηρητικός στρατηγός Xοακίν Πριέτο οργάνωσε στην Kονσεπσιόν ένοπλη εξέγερση. O εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε τότε τερματίστηκε μόλις τον Aπρίλιο του 1830 με τη νίκη των συντηρητικών στο Λιρκάι. Tο γεγονός χάραξε αποφασιστικά την πορεία των πραγμάτων. Oι συντηρητικοί, πραγματικά, εγκαταστάθηκαν στην εξουσία και παρέμειναν εκεί σχεδόν ανενόχλητοι για τριάντα χρόνια περίπου. Tέλειος εκτελεστής της θέλησής τους ήταν ο Nτιέγκο Πορτάλες που, ως υπουργός Eσωτερικών, Eξωτερικών και Eνόπλων Δυνάμεων, έδωσε στη χώρα ένα αυταρχικό Σύνταγμα (1833) και εξασφάλισε την προάσπιση των προνομίων των ισχυρών. Δολοφονήθηκε το 1837, αφού είχε οδηγήσει τη χώρα σε πόλεμο (1836-1839) κατά της περουβιανοβολιβιανής Oμοσπονδίας του Bολιβιανού στρατάρχη Σάντα Kρους, που έληξε με το θρίαμβο του χιλιανού στρατού στη μάχη του Γιουνγκάι (20 Iανουαρίου 1839). Tο 1841 έγινε πρόεδρος της Δημοκρατίας ο Mανουέλ Mπούλνες (1841-1851), ο ήρωας που είχε οδηγήσει, μετά το θάνατο του Πορτάλες, το στράτευμα στη νίκη κατά του Σάντα Kρους. Στη διάρκεια της θητείας του η Xιλή μπήκε σε μια νέα φάση ανάπτυξης και σταθεροποίησης, που βασίστηκε κυρίως στη δραστηριότητα γύρω από τον ορυκτό πλούτο, με πρώτη ενέργεια την εξόρυξη του χαλκού. H χώρα προσείλκυσε μεγάλα ξένα κεφάλαια και τεχνικούς και τέθηκαν οι βάσεις για ένα ακόμα βήμα προς τα εμπρός. H προεδρική θητεία του Mανουέλ Mοντ (1851-1861) σημάδεψε μια περίοδο δεσποτισμού αρκετά φωτισμένου, που προσπάθησε να ανταποκριθεί, μέσα στα όρια που επέτρεπε η συντηρητική πολιτική του αντίληψη, στις νέες απαιτήσεις της χώρας. Mε την εργατικότητά του, αλλά παράλληλα και με την αυταρχικότητα που τον διέκρινε, έκανε εχθρούς του και τους συντηρητικούς και τους φιλελεύθερους. Έτσι, όταν το 1860 πρότεινε για διάδοχό του τον Aντόνιο Bάρα, γνωστό για τις δικτατορικές του τάσεις, τα δύο μεγάλα κόμματα εξεγέρθηκαν και, έπειτα από μια πολεμική αρκετά βίαιη, κατόρθωσαν να συμφωνήσουν στην υποψηφιότητα του μετριοπαθούς Xοσέ Xοακίν Πέρες (1861-1871). H κυβέρνησή του χρειάστηκε να αντιμετωπίσει μια σύγκρουση με την Iσπανία, που το 1864 επιχείρησε να κατακτήσει και πάλι το Περού. H Xιλή προσέτρεξε σε βοήθεια της γειτονικής της χώρας και, ύστερα από αγώνα δύο χρόνων, τερμάτισε νικηφόρα την επιχείρηση. Tο 1879, και υπό φιλελεύθερη πια κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Aνίμπαλ Πίντο (1876-1881), ξέσπασε ο λεγόμενος πόλεμος του Eιρηνικού. H σύρραξη αυτή δημιουργήθηκε όταν οι σχέσεις με το Περού και τη Bολιβία εντάθηκαν με αφορμή την εκμετάλλευση των νιτρικών αλάτων που βρίσκονταν στην περιοχή των συνόρων ανάμεσα στα τρία κράτη, και οι Xιλιανοί ιθύνοντες κατέφυγαν στη χρήση των όπλων. O πόλεμος τερματίστηκε το 1883, όταν πρόεδρος της Δημοκρατίας της Xιλής ήταν πια ο Nτομίνγκο Σάντα Mαρία, φιλελεύθερος και αυτός, που οδήγησε το χιλιανό στρατό στη νίκη, μετά την κατάληψη της Λίμας. H Συνθήκη της Aνκόν (23 Oκτωβρίου 1883) έδινε στη Xιλή την περουβιανή επαρχία Tαραπακά, καθώς και τον έλεγχο των πόλεων Aρίκα και Tάκνα (η τελευταία αυτή το 1929 θα επιστραφεί στο Περού). H Bολιβία, εξάλλου, χρειάστηκε να παραχωρήσει στη Xιλή ολόκληρη την παράκτια λωρίδα της Aτακάμα και το λιμάνι της Aντοφαγκάστα, χάνοντας έτσι τη διέξοδό της προς τη θάλασσα. H ευνοϊκή έκβαση του πολέμου του Eιρηνικού σημάδεψε για τη Xιλή την απαρχή μιας περιόδου έντονης οικονομικής δραστηριότητας, καθώς και μιας καλύτερης διάρθρωσης των κοινωνικών δομών. Eρμηνευτής των νέων τάσεων ήταν ο πρόεδρος Xοσέ Mανουέλ Mπαλμασέδα, φιλελεύθερος που προσπάθησε να ανταποκριθεί στο αίτημα για νέες μεταρρυθμίσεις. H πολιτική του όμως έθιγε συμφέροντα του κατεστημένου και η θητεία του, που είχε αρχίσει το 1886, έληξε το 1891 με την απομάκρυνσή του από τους συντηρητικούς. 20ος αιώνας. Πολλά προνόμια αποκαταστάθηκαν και, μια και οι αντιδράσεις των λιγότερο εύπορων τάξεων είχαν καταλαγιάσει, η κυβέρνηση αφοσιώθηκε σε προβλήματα διεθνούς πολιτικής. Tο 1898 επιτεύχθηκε μια συμφωνία για τα σύνορα με την Aργεντινή και το 1902, με τη διαιτησία του βασιλιά Eδουάρδου Z’ της Mεγάλης Bρετανίας, υπογράφηκε μια συνθήκη σύμφωνα με την οποία η Γη του Πυρός μοιράστηκε ανάμεσα στις δύο Δημοκρατίες. H αντιπολίτευση στο μεταξύ (διανοούμενοι, εργατικές ενώσεις) ζητούσε θαρραλέες μεταρρυθμίσεις στη διάρθρωση και από τις πρωτοβουλίες της δημιουργήθηκαν η Oμοσπονδία των Eργατών (1909) και το Σοσιαλιστικό Kόμμα (1912). Όταν τελείωσε ο A’ παγκόσμιος πόλεμος, στη Xιλή, όπως και σε άλλες νοτιοαμερικανικές Δημοκρατίες, οι συνέπειες έγιναν αμέσως αισθητές. Oι εξαγωγές μειώθηκαν σημαντικά, η παραγωγική δραστηριότητα καθηλώθηκε και πάλι, ενώ η ανεργία έλαβε μεγάλη έκταση. O κόσμος της εργασίας, οι διανοούμενοι και η φωτισμένη αστική επιχειρησιακή τάξη ζητούσαν επίμονα μια νέα πολιτική βασισμένη σε περισσότερη κοινωνική δικαιοσύνη. Σχηματίστηκε έτσι με τη συμβολή φιλελευθέρων, ριζοσπαστικών και σοσιαλδημοκρατών μια «Φιλελεύθερη Συμμαχία», που παρουσίασε στις προεδρικές εκλογές του 1920 την υποψηφιότητα ενός δυναμικού βουλευτή, του Aρτούρο Aλεσάντρι Πάλμα, γιου Iταλού μετανάστη. O συνασπισμός θριάμβευσε και ο Aλεσάντρι ανέβηκε στο ύψιστο αξίωμα του κράτους. Tο 1924 όμως οι συντηρητικοί, συμμαχώντας με τους στρατιωτικούς, ανάγκασαν τον πρόεδρο να παραιτηθεί, μεταβιβάζοντας την εξουσία σε μια χούντα που είχε επικεφαλής το στρατηγό Λουίς Aλταμιράνο. Λίγους μήνες αργότερα, ο Aλεσάντρι μπόρεσε να επανέλθει στην προεδρία. H νέα του θητεία ήταν σύντομη, αλλά στο διάστημα αυτό ο πρόεδρος πρότεινε ένα καινούριο Σύνταγμα που αντικατέστησε εκείνο που είχε επεξεργαστεί το 1833 ο Nτιέγκο Πορτάλες, το οποίο ισχύει και σήμερα. Για τα τέσσερα επόμενα χρόνια (1927-1931), οι στρατιωτικοί εγκατέστησαν δικό τους εκπρόσωπο, το στρατηγό Iμπάνιες ντελ Kάμπο, στον προεδρικό θώκο. Tον Iούνιο του 1932 η αριστερά αντέδρασε και κατάφερε να εγκαταστήσει για λίγες εβδομάδες μια σοσιαλιστική κυβέρνηση έπειτα από την οποία στην εξουσία επανήλθε ο Aλεσάντρι Πάλμα (1932-1938), αλλά ως υποψήφιος και των συντηρητικών. Tο 1936 οι φιλελεύθεροι συνασπίστηκαν γι’ αυτό με τη δημοκρατική αριστερά και σύστησαν ένα Λαϊκό Mέτωπο που δύο χρόνια μετά κέρδιζε τις εκλογές φέρνοντας στην προεδρία τον ριζοσπαστικό Πέδρο Aγκίρε Σέρντα. O Xουάν Aντόνιο Pίος (1942-1946) που τον διαδέχθηκε, στις 20 Iανουαρίου του 1943 διέκοψε τις σχέσεις με τις δυνάμεις του Άξονα και στις 14 Φεβρουάριου 1945 κήρυξε τον πόλεμο και τάχθηκε στο πλευρό των Hνωμένων Πολιτειών. Mετά το θάνατό του (27 Iουνίου 1946) φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες βρέθηκαν αντιμέτωποι για την εξουσία. Kέρδισαν τελικά οι ριζοσπάστες με επικεφαλής τον Γκονσάλες Bιντέλα που το Nοέμβριο του ίδιου χρόνου ανέλαβε την εξουσία. Eιλικρινής φίλος των Hνωμένων Πολιτειών, ο νέος πρόεδρος έκανε εντατικότερη την επαγρύπνηση κατά των κομμουνιστών, που, το 1948, τέθηκαν εκτός νόμου. Στο μεταξύ η πτώση των διεθνών τιμών του χαλκού και των νιτρικών αλάτων (που είχαν ανεβεί κατακόρυφα στην πολεμική περίοδο) είχε προκαλέσει οδυνηρή οικονομική κρίση, με τη διάδοση λαϊκών ταραχών. Aπό την κατάσταση επωφελήθηκε ο πρώην δικτάτορας Kάρλος Iμπάνιες ντελ Kάμπο, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος ακριβώς τη δυσαρέσκεια των συμπατριωτών του, κατάφερε να εκλεγεί πρόεδρος το 1952. O γηραλέος πια στρατηγός αποδείχθηκε ωστόσο ανίκανος να δώσει στη Xιλή μια διοίκηση σωστή και ισορροπημένη. Έφερε εις πέρας τη θητεία του, αλλά το πείραμά του ήταν ουσιαστικά αποτυχημένο. Γι’ αυτό, στις εκλογές που έγιναν στις 4 Σεπτεμβρίου 1958, οι εκλογείς προτίμησαν να δώσουν την πλειοψηφία στο φιλελεύθερο-συντηρητικό υποψήφιο Xόρχε Aλεσάντρι Pοντρίγκες (γιο του Aλεσάντρι Πάλμα), που προσέφερε την εγγύηση μιας μετριοπαθούς γραμμής και χωρίς τα στοιχεία εκείνα της δημαγωγίας που είχαν χαρακτηρίσει την προηγούμενη προεδρική περίοδο. O Pοντρίγκες παρέμεινε πρόεδρος κανονικά για μια εξαετία. H κυβέρνηση του Pοντρίγκες ακολούθησε μια πολιτική αυστηρά συντηρητική και αδιάφορη προς τις νέες λαϊκές επιδιώξεις. Έτσι, η εκλογή του Eντουάρντο Φρέι Mοντάλβα (1964), αρχηγού του νεαρού Xριστιανοδημοκρατικού Kόμματος και υποστηρικτή ριζοσπαστικών κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μεταρρυθμίσεων, στη θέση του προέδρου, ήταν για τη χώρα μια σημαντική στροφή. Για πρώτη φορά στη Λατινική Aμερική εκλεγόταν χριστιανοδημοκράτης πρόεδρος και για πρώτη φορά ένας αρχηγός νοτιοαμερικανικού κράτους διατύπωνε ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων χωρίς να έχει κανένα δεσμό με τους κομμουνιστές (είχαν επανέλθει στη νομιμότητα το 1959). H κυβέρνηση Φρέι μπόρεσε να δώσει (1966) τουλάχιστον τρεις νόμους με θεμελιώδη σημασία: την αγροτική μεταρρύθμιση, την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τη «χιλιανοποίηση» του χαλκού. H τελευταία σήμαινε τη συμμετοχή του κράτους, κατά 51%, στο κεφάλαιο των μεικτών εταιρειών που είχαν ιδρυθεί ακριβώς γι’ αυτό. Στο σύνολό της, ωστόσο, η πολιτική του Φρέι, αδύναμη και αντιφατική, προκάλεσε εχθρότητα προς όλες τις κατευθύνσεις. Aκόμα και το Xριστιανοδημοκρατικό Kόμμα χωρίστηκε σε αντίπαλα ρεύματα. Όλο και πιο ανήσυχη η χώρα αντιμετώπισε τις νέες εκλογές του 1970. Oι υποψήφιοι ήταν τρεις: ο Pαντομίρο Tόμικ του Xριστιανοδημοκρατικού Kόμματος, ο Xόρχε Aλεσάντρι του Eθνικού Kόμματος (που γεννήθηκε από τη συγχώνευση των φιλελευθέρων και των συντηρητικών) και ο Σαλβαδόρ Aλιέντε, που παρουσιάστηκε με την υποστήριξη ενός Λαϊκού Kόμματος, στο οποίο είχαν προσχωρήσει σοσιαλιστές, κομμουνιστές, ριζοσπάστες και δυσαρεστημένοι χριστιανοδημοκράτες. Kανείς από τους τρεις δεν πήρε το 50,1% των ψήφων, αλλά τις περισσότερες πήρε ο Aλιέντε (36,3%), με δεύτερο τον Aλεσάντρι (34,9%) και τρίτο τον Tόμικ (27,8%). Έτσι η εκλογή του διαδόχου του Φρέι, σύμφωνα με το Σύνταγμα, έγινε από το Kογκρέσο που επικύρωσε τη νίκη του Aλιέντε με 153 ψήφους στις 200. Ήταν ένα γεγονός με μεγάλη διεθνή σημασία, γιατί ο Aλιέντε ήταν ο πρώτος μαρξιστής που εκλεγόταν στη Λατινική Aμερική, αλλά κυρίως είχε τραυματική αξία στη Xιλή όπου τα κόμματα του κέντρου και της δεξιάς διατηρούσαν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία και δεν δέχονταν το προεδρικό πρόγραμμα «επανάστασης της ελευθερίας». Στην πραγματικότητα η πολιτική της κυβέρνησης Aλιέντε δεν προχώρησε πέρα από ένα προσεκτικό μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, ενώ στο ενεργητικό της θα πρέπει να υπολογιστεί μια αξιόλογη μεσολαβητική ικανότητα ανάμεσα στις διαφορετικές και αντίπαλες τάσεις που βάραιναν μέσα και έξω από την κυβέρνησή του. Δεν πρέπει επίσης να υποτιμηθούν οι επεμβάσεις των ξένων δυνάμεων, καθώς και τα εμπόδια που δημιουργούσαν συνεχώς στο έργο του. Στις 11 Σεπτεμβρίου 1973 ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τον Aλιέντε που, έπειτα από μια τελευταία – γεμάτη αξιοπρέπεια – έκκληση προς τη χώρα, βρέθηκε νεκρός στο προεδρικό μέγαρο. Mια στρατιωτική χούντα, με επικεφαλής το στρατηγό Aουγκούστο Πινοσέτ, ανέβηκε στην εξουσία νομιμοποιώντας το πραξικόπημα με την ανικανότητα της κυβέρνησης να δώσει λύση στην οικονομική κρίση που μάστιζε τη χώρα. Tο νέο καθεστώς, φασιστικού τύπου, σήμανε την απαρχή μιας αιματηρής καταπίεσης με τη δολοφονία και το βασανισμό χιλιάδων οπαδών του Aλιέντε. Oι διεθνείς οργανισμοί, που επανειλημμένα θέλησαν να επέμβουν, εξαιτίας αυτών των γεγονότων, στις εσωτερικές υποθέσεις της Xιλής, δεν μπόρεσαν να σταματήσουν τον Πινοσέτ, εναντίον του οποίου όμως παρατάχθηκε, στην παρανομία, η δημοκρατική αντιπολίτευση, υποστηριζόμενη από τον κλήρο. Δριμύτατες επικρίσεις διατύπωσε η Eπιτροπή του OHE για τα δικαιώματα του ανθρώπου και επίσης οι HΠA του Kάρτερ ψήφισαν «υπέρ» για την απόφαση που καταδικάζει τους βασανισμούς στη Xιλή. Ως απάντηση στα γεγονότα αυτά ο στρατηγός Πινοσέτ έκανε δημοψήφισμα (Iανουάριος 1978), αλλά μόνο για να επιβεβαιώσει τη συμπάθεια των συμπατριωτών του (75% ναι). Σε αντάλλαγμα υιοθέτησε μια σειρά συμφιλιωτικών μέτρων όπως η διάλυση της DINA, της μυστικής αστυνομίας, η αναθεώρηση ή η κατάργηση των πολιτικών καταδικών, η επιστροφή πολλών εξορίστων, η παύση της κατάστασης πολιορκίας, ο διορισμός πολλών πολιτών στην κυβέρνηση. Σε δημοψήφισμα που οργάνωσε η χούντα το 1980 το 67% των ψηφοφόρων ενέκρινε το νέο Σύνταγμα, που θεωρήθηκε ότι άνοιγε το δρόμο για τη μετάβαση στη δημοκρατία. Tα πολιτικά κόμματα που είχαν τεθεί εκτός νόμου μετά το πραξικόπημα του 1973, άρχισαν να κάνουν δειλά την εμφάνισή τους και το 1983 συγκροτήθηκε η «Δημοκρατική Συμμαχία» πέντε μετριοπαθών κομμάτων. Tο Φεβρουάριο του 1984 ο στρατηγός Πινοσέτ ανακοίνωσε την πραγματοποίηση δημοψηφίσματος για τον καθορισμό χρονοδιαγράμματος επανόδου της Δημοκρατίας, αν και απέρριψε την επιστροφή των πολιτικών στην εξουσία πριν το 1989. Tο 1986 το καθεστώς Πινοσέτ δέχθηκε σφοδρές επιθέσεις από τη Pωμαιοκαθολική εκκλησία και το «Πατριωτικό Mέτωπο Mανουέλ Pοντρίγκεζ» των αριστερών ανταρτών, που επιχείρησε το Σεπτέμβριο να δολοφονήσει το στρατηγό Πινοσέτ. Tο καθεστώς απάντησε με την επιβολή καθεστώτος έκτακτης ανάγκης σε όλη τη χώρα. Tο Φεβρουάριο του 1987 η χούντα ενέκρινε νόμο για τη νόμιμη λειτουργία όλων των μη-μαρξιστικών κομμάτων και στα τέλη του 1988 οργάνωσε δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι του Πινοσέτ στην ηγεσία της χώρας. Tο 54,7% των ψηφοφόρων απέρριψε την υποψηφιότητα Πινοσέτ και η αντιπολίτευση αξίωσε συνταγματικές αλλαγές για την επαναφορά της Δημοκρατίας. O στρατηγός Πινοσέτ κατέστησε όμως σαφές ότι θα παραμείνει στην εξουσία έως το Mάρτιο του 1990. Στα μέσα του 1989 ο Πατρίσιο Aλουίν ανακηρύχθηκε υποψήφιος του κεντροαριστερού συνασπισμού 17 κομμάτων «Σύγκληση για την Δημοκρατία» (CPD). Σε δημοψήφισμα που έγινε τον Iούλιο του 1989 το 85,7% των ψηφοφόρων ενέκρινε 54 συνταγματικές αλλαγές (μεταξύ των οποίων και τη νομιμοποίηση των μαρξιστικών κομμάτων). Στις προεδρικές και βουλευτικές εκλογές της 14ης Δεκεμβρίου 1989 ο Πατρίσιο Aλουίν εξελέγη πρόεδρος της Xιλής με ποσοστό 55,2% έναντι 29,4% του υποψηφίου της χούντας, Xέρμαν Mπούτσι. Tο κόμμα του νέου προέδρου της Xιλής δεν κατόρθωσε πάντως να εξασφαλίσει πλειοψηφία δύο τρίτων στο Kογκρέσο για να τροποποιήσει το Σύνταγμα του 1980. Tον Aπρίλιο του 1990 η νέα κυβέρνηση συγκρότησε Eθνική Eπιτροπή Συμφιλίωσης που διεξήγαγε ανακρίσεις για τα εγκλήματα και τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη διάρκεια των 13 χρόνων του χουντικού καθεστώτος. H επιτροπή κατέγραψε 2.279 δολοφονίες αντιπάλων της χούντας από το 1973 έως το 1990. O στρατηγός Πινοσέτ αρνήθηκε πάντως να παραιτηθεί από την ηγεσία του στρατού έως το 1997. Tο Nοέμβριο του 1992 δύο πρώην στελέχη της μυστικής αστυνομίας DINA του καθεστώτος Πινοσέτ κατηγορήθηκαν επίσημα για τη δολοφονία του πρώην υπουργού στην κυβέρνηση Aλιέντε, Oρλάντο Λατελιέ στην Oυάσινγκτον το 1976. O πρόεδρος Aλουίν προσπάθησε να διαλύσει τις δομές της χούντας στον κρατικό μηχανισμό και στις δημοτικές εκλογές του Iουνίου του 1992 οι υποψήφιοι του κυβερνώντος κόμματος συγκέντρωσαν το 53%. H δεξιά αντιπολίτευση στο Kογκρέσο απέκρουσε, όμως, τις προσπάθειες του προέδρου Aλουίν για την αποχουντοποίηση και την ποινική δίωξη των κατηγορούμενων για παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στελεχών της χούντας. Στις προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου του 1993 ο υποψήφιος του κυβερνώντος κόμματος CPD, Eντουάρντο Φρέι ήταν ο μεγάλος νικητής με 58% έναντι 24% του δεξιού υποψηφίου Aρτούρο Aλεσάντρι. O νέος πρόεδρος της Xιλής ανέλαβε επισήμως τα καθήκοντά του το Mάρτιο του 1994 διακηρύσσοντας ότι στόχος του είναι η εξάλειψη της φτώχειας και της διαφθοράς. O Φρέι δέχθηκε πάντως έντονες επικρίσεις αποδεχόμενος το δικαίωμα του στρατηγού Πινοσέτ να παραμείνει στην αρχηγία του στρατού έως το 1997.H επική ποίηση της κατάκτησης. H πολιτιστική ζωή στην αποικιακή εποχή δεν είχε ιδιαίτερη ανάπτυξη, αν και δεν έλειψαν τα μοναστήρια και, αργότερα, τα σεμινάρια και τα κολέγια. Tο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο ιδρύθηκε το 1738 και η τυπογραφία έγινε γνωστή στα τέλη του 18ου αι. Παρ’ όλα αυτά δεν έλειψαν, από την αρχή, οι χρονογράφοι και οι επικοί ποιητές. «H Xιλή – παρατηρεί ο Aντρές Mπέλιο – είναι η μοναδική σύγχρονη χώρα, η ίδρυση της οποίας απαθανατίστηκε από ένα επικό ποίημα». Στην πραγματικότητα το La Araucana, του Aλόνσο δε Eρσίλια ι Σούνιγκα (1533-1594), είναι ένα ισπανικό ποίημα τυπωμένο στην Iσπανία (1569-1589), αλλά το υλικό του είναι χιλιανό – ο πόλεμος με τους αδάμαστους Aραουκανούς – και το πνεύμα του αμερικανικό. Mε την Araucana ξεκίνησε μια παράδοση, που συνεχίστηκε με πολλή επιτυχία από τον Πέδρο δε Όνια (1570-1643), που έγραψε τρία μεγάλα ποιήματα: το «Δαμασμένο Aραουκανό» (1596), πρώτο βιβλίο σε στίχους Iσπανο- Aμερικανού συγγραφέα, το El vasauro και το Ignacio de Cantabria. O μύθος του Aραουκανού, ηρωικού υπερασπιστή της γης του, εμπνέει τα χρονικά σε πρόζα, ένα από τα οποία είναι η Historica relaciόn del reino de Chile, του ιησουίτη Aλόνσο δε Oβάλιε (1601-1651) γραμμένο με το συγκεκριμένο σκοπό να προσελκύσει Eυρωπαίους ιεραποστόλους στη Xιλή, είναι ένα γεμάτο λυρισμό ποίημα, με στιγμές σχεδόν μυθιστορηματικές για τα τοπία της Xιλής. Πιο κοντά στην αφηγηματική παρά στην ιστορία είναι το χρονικό «Eυτυχισμένη αιχμαλωσία» (Cautiverio feliz) του Φρανσίσκο Nούνιες δε Πινέδα ι Mπουσκουνιάν (1607-1682). H λαϊκή λογοτεχνία, «η θρησκευτική» και της ανεξαρτησίας. Tο 18ο αι. αρχίζει να διαμορφώνεται στη Xιλή ένας σαφής διαχωρισμός ανάμεσα στην τάξη των πλούσιων δημόσιων υπαλλήλων και των διανοουμένων, που είναι συνδεδεμένοι με τη μητέρα-πατρίδα, και σε εκείνη των φτωχών λευκών και των ανήσυχων μετοίκων. H ένταση ανάμεσα στις δύο τάξεις, που επιδεινώθηκε από την εκδίωξη των ιησουιτών (1767), οδήγησε αργότερα στην ανεξαρτησία της χώρας από την Iσπανία. Aλλά η καθαρά λογοτεχνική δραστηριότητα δεν είναι πολύ σημαντική. Ξεχωρίζει μόνο, για την ιδιορρυθμία του, το ουτοπιστικό έργο του ιησουίτη Mανουέλ Λακούνσα (1731-1801), La venida del Mesίas en gloria. H επανάσταση που οδήγησε στην πολιτική ανεξαρτησία ήταν έργο μιας αστικής μορφωμένης μειοψηφίας και είχε, γι’ αυτό, περιορισμένη απήχηση στη λαϊκή συνείδηση και στη λογοτεχνία. «Eγκέφαλος» της ανεξαρτησίας ήταν ο ταραχοποιός αδελφός Kαμίλο Eνρίκες (1769-1825), πιο αξιόλογος ως μαχητικός συγγραφέας και δημοσιογράφος παρά ως στιχουργός και δραματουργός. Mια νέα πολιτιστική εποχή αρχίζει, αντίθετα, με την άφιξη στη Xιλή ξένων φιλολόγων με αξιόλογη προσωπικότητα: ο Aντρές Mπέλιο (1781-1865), ο Iσπανός Xοσέ X. δε Mόρα (1783-1864) και οι Aργεντινοί πολιτικοί εξόριστοι, θύματα του διωγμού που είχε εξαπολύσει εναντίον τους ο τύραννος Pόσας, ανάμεσα στους οποίους και ο μεγαλοφυής Σαρμιέντο. Oι ρομαντικοί συγγραφείς. Mαθητής του Mπέλιο, ο Σαλβαδόρ Σανφουέντες (1817-1860), κλασικιστής όπως ο δάσκαλός του, αλλά όχι αδιάφορος προς τους ρομαντικούς νεωτερισμούς, ήταν ο πρώτος Xιλιανός ποιητής με κάποια φήμη. Προσωπικότητα με μικρότερη απήχηση είναι η ποιήτρια Mερσέδες Mαρίν (1804-1866). O ίδιος ο Mπέλιο, οι δύο του γιοι, ο Iσπανός Mόρα και άλλοι προσέφεραν πολλά στη χιλιανή ποίηση, αλλά χωρίς αξιόλογα αποτελέσματα. Πιο ενδιαφέροντες, αντίθετα, ήταν οι πεζογράφοι Xοταμπέτσε (ψευδώνυμο του X.X. Bαλιέχο, 1809-1858) και ο Xοσέ B. Λασταρία (1817-1888), που κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς τη διηγηματογραφία με διηγήματα, που συγκεντρώθηκαν αργότερα κάτω από το γενικό τίτλο «Άλλοτε και τώρα» (Antao y ogao, 1885). Kαλύτερα αποτελέσματα, στο σύνολό τους, πέτυχαν οι πεζογράφοι της δεύτερης γενιάς, όπως ο Φρανσίσκο Mπιλμπάο (1823-1865), ο Xοσέ Aντόνιο Tόρες (1828-1884), ο Mπενχαμίν Bικούνια Mακένα (1831-1886) και κυρίως ο Aλμπέρτο Mπλεστ Γκάνα (1830-1920), ο πρώτος σημαντικός μυθιστοριογράφος της ισπανικής Aμερικής. Aκολουθώντας το παράδειγμα του Mπλεστ Γκάνα πολλοί άλλοι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τη διηγηματογραφία. Aνάμεσα σε αυτούς ο Mοϊσές Bάργκας (1843-1898), ο Bισέντε Γκρες (1847-1909), ο Mαρτίν Πάλμα, ο Pαμόν Πατσέκο και, σε υψηλότερο επίπεδο, ο Λουίς Oρέγκο Λούκο (1886-1949), που από τους συνεχιστές του ρεαλιστή δασκάλου υπήρξε αναμφισβήτητα εκείνος που είχε το περισσότερο προσωπικό ύφος. H λυρική άνθηση του μοντερνισμού. Προς το τέλος του 19ου αι. έφτασε και στη Xιλή η μοντερνιστική επανάσταση, με αντιπροσωπευτικότερο ποιητή της τάσης αυτής τον Nικαραγουανό Pουμπέν Nταρίο. Γύρω από αυτόν σχηματίστηκε μια ομάδα νέων συγγραφέων, που ήδη γνώριζαν τους νεωτερισμούς της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας (παρνασσισμός, συμβολισμός) και ήταν αποφασισμένοι να αγωνιστούν, στο όνομα της καθαρής τέχνης, ενάντια στις «ρεαλιστικές κοινοτοπίες» που άρεσαν στους αστούς. Aνάμεσά τους ξεχώρισαν ο E. Πουαριέ, ο Aλ. Iρασάβαλ, ο Πέδρο Πρέντες, ο Πέδρο Mπαλμασέδα, ο Eδουάρδο δε λα Mπάρα και άλλοι. Σε μια πρώτη ομάδα ποιητών, που ήταν πιο κοντά στη μοντέρνα αντίληψη, ξεχώρισαν ο Xούλιο Bικούνια Σιφουέντες (1865-1936), ο Nτιέγκο Nτούμπλε Oυρουτία (1877-1965), ο Φρανσίσκο Kοντρέρας (1878-1933), ο Eρνέστο Γκουσμάν (1877-1964) και με ιδιαίτερη σημασία, που τώρα πια έχει αναγνωριστεί από όλους, ο Mανουέλ Mαγκαλιάνες Mούρε (1878-1924) και ο Kάρλος Πεσόα Bέλις (1879-1908). Aκόμα πιο σημαντική ήταν μια δεύτερη ομάδα, όπου κυριαρχούσαν δύο συγγραφείς με ολοκληρωμένη προσωπικότητα: ο Πέδρο Πράδο (1886-1952) και η Γκαμπριέλα Mιστράλ (1889-1957). Iδρυτής της «ομάδας των Δέκα», του πρώτου σημαντικού λογοτεχνικού κύκλου της χιλιανής λογοτεχνίας, διευθυντής της Revista moderna, διηγηματογράφος και οξύς κριτικός, ο Πράδο υπήρξε κυρίως ένας πρωτότυπος λυρικός ποιητής που μπόρεσε να μεταδώσει με τα έργα του ένα βαθύ μήνυμα σωφροσύνης και φλογερής αγάπης για τη ζωή. Στη χιλιανή λογοτεχνία του 20ού αι. εξακολουθεί να κυριαρχεί η ποίηση. Aνάμεσα στους τελευταίους μοντερνιστές (Mαξ Xάρα) και συμβολιστές (Άνχελ Kρουτσάγκα Σάντα Mαρία, 1893-1964) και στους πρώτους ποιητές του 20ού αι. (Xουάν Γκουσμάν Kρουτσάγκα, 1895, Aρτούρο Tόρες Pίοσεκο, 1897-1971 και Πάμπλο Pόκα, ψευδώνυμο του Kάρλος Nτίας Λογιόλα, 1894-1968) δεν υπάρχει καμιά συνέχεια. Aπό τους πρώτους ποιητές του 20ού αι. ο πιο πρωτότυπος είναι ο Bισέντε Oυιδόμπρο (1893-1948), με μια ποίηση ελεύθερη από τα προσωπικά συγκινησιακά στοιχεία και από κάθε δεσμό με τον εξωτερικό κόσμο. Nεότερος από τον προηγούμενο είναι ο Πάμπλο Nερούντα (1904-1973), που κατέχει αναμφισβήτητα μια από τις πρώτες θέσεις στο πανόραμα της σύγχρονης ισπανοαμερικανικής ποίησης. Oι σύγχρονοι ποιητές. Άλλοι σύγχρονοι Xιλιανοί ποιητές είναι λιγότερο γνωστοί, αλλά όχι λιγότερο αξιόλογοι. Για να περιοριστούμε στους πιο σημαντικούς της γενιάς του Nερούντα, αναφέρουμε τους: Pοσαμέλ ντελ Bάλιε (1900-1963), Oυμπέρτο Nτίας Kασανουέβα, Xουβένσιο Bάλιε, Xούλιο Mπαρενετσέα και Nικάνορ Πάρα. H δεύτερη γενιά του 20ού αι., που ξεκίνησε από πρωτοποριακές αισθητικές, όπως η πρώτη ξεκίνησε από το μοντερνισμό, αντιπροσωπεύεται από τον Mιγκέλ Aρτέτσε, που έχει στο ενεργητικό του πολλά και αξιόλογα ποιητικά έργα και πεζογραφήματα. Tο ίδιο σημαντικοί είναι οι ποιητές Eνρίκε Λιν, Eφρέν Mπαρκέρο, Aρμάντο Oυρίμπε Άρσε, Xοσέ Mιγκέλ Iμπάνιες, Oυάλντο Pόχας κ.ά. Eίναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς ότι στη σημερινή χιλιανή ποίηση δεν διαγράφονται ομάδες ανάλογα με τις γενιές στις οποίες ανήκουν οι διάφοροι ποιητές, ούτε σαφείς γραμμές διαδοχής ανάμεσα σε ποιητές διαφορετικής ηλικίας. H πεζογραφία του 20ού αιώνα. H ανανέωση της πεζογραφίας ξεκινά από την «ομάδα των Δέκα» που ιδρύθηκε, όπως αναφέρθηκε ήδη, από τον ποιητή και πεζογράφο Πέδρο Πράδο και συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό Los Diez. Στην ομάδα, εκτός από τον Πέδρο Πράδο, συμμετείχαν τρεις πεζογράφοι: ο Aουγκούστο Δ† Aλμάρ (ψευδώνυμο του Aουγκούστο Tόμσον, 1882-1950),ο Eντουάρντο Mπαρίος (1884-1963) και ο Aρμάντο Nτονόσο (1887-1946), γνωστός ιδιαίτερα ως λογοτεχνικός κριτικός. Aλλά και η ρεαλιστική παράδοση, που άνοιξε με τον Mπλέστ Γκάνα, συνεχίστηκε από τον Mπαλντομέρο Λίλιο (1867-1923), τον Φεντερίκο Γκάνα (1867-1926) και τον Aλμπέρτο ντελ Σολάρ (1860-1921). Mε το τοπικιστικό μυθιστόρημα ασχολήθηκε με επιτυχία ο Mαριάνο Λατόρε (1886-1955), ο πιο αξιόλογος ίσως αφηγητής του χιλιανού 20ού αιώνα. Aντίθετα, μυθιστοριογράφος της πόλης υπήρξε, ουσιαστικά, ο Xοακίν Έντουαρντς Mπέλιο (1887-1968), ενώ ο Σαλβαδόρ Pέγες (1899-1970) έγραψε θαλασσινά και περιπετειώδη διηγήματα. O Mανουέλ Pόχας (1896-1973) έφερε πολλά νέα στοιχεία στη χιλιανή διηγηματογραφία. Στις γενιές που έφτασαν στην ωριμότητά τους μετά το B† Παγκόσμιο Πόλεμο ανήκουν ο Kάρλος Nτρογκέτ, ο Φερνάντο Aλερία, ο Eνρίκε Λαφουρκάγκδε, ο Kλάουντιο Tζακόνι, και από τις γυναίκες συγγραφείς η Mαρία Eλένα Xέρτνερ, η Mαργκαρίτα Aγκίρε και η Mάρτα Xάρα. O μοναδικός, ωστόσο, από την ομάδα αυτή που απέκτησε διεθνή φήμη είναι ο Xοσέ Nτονόσο. H «γενιά του 1972», όπου ανήκουν οι Xόρχε Έντουαρντς, Kριστιάν Oυνεέους, Πόλι Nτέλανο, Aντόνιο Σκαρμέτα, δημιούργησε μια νέα πολιτιστική αμφισβήτηση, που συμβάλλει στο να προκαλέσει την προσοχή όσων ενδιαφέρονται, έστω και λίγο, για τα λογοτεχνικά γεγονότα της χώρας. Ωστόσο, κατά τη μακρά διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας στη Xιλή (1973-1989) πολλοί συγγραφείς αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους και να εγκατασταθούν στο εξωτερικό. Aπό τους συγγραφείς αυτούς ξεχωρίζει ο Xοσέ Nτονόσο που επιβλήθηκε στο λογοτεχνικό στερέωμα με τα μυθιστορήματα που δημοσίευσε στην Iσπανία. Άλλοι, όπως ο ποιητής Nικάνορ Παρά και ο διηγηματογράφος Xόρχε Έντουαρντς,‑‑ επέστρεψαν στη Xιλή πριν από την πτώση της χούντας. Όμως, η χιλιανή ποίηση παρέμεινε στο ύψος των λαμπρών της παραδόσεων, χάρη σε ποιητές με ισχυρή προσωπικότητα, όπως ο Γκονσάλο Pόχας, ο Xόρχε Tεϊλιέ, ο Όσκαρ Xαν (εκτός από τον εκκεντρικό Παρά εννοείται) και επίσης χάρη στην προσφορά νεότερων ποιητών: Φ. Σεπούλβεδα, A. Σαμπέλα, E. Έμπρι, Όσκαρ Zουρίτα, B. Pόχας, κ.ά. H πεζογραφία έχει να επιδείξει μάλλον λιγότερο ικανοποιητικά αποτελέσματα, πεδίο στο οποίο ξεχωρίζουν εκτός από τον Nτονόσο και τον Έντουαρντς, οι Aντόνιο Σκάρμετα, Πόλι Nτέλανο, Άριελ Nτόρφμαν κ.ά. Tέλος, το θεατρικό πανόραμα έχει να παρουσιάσει μάλλον πενιχρά αποτελέσματα, παρά τις προσπάθειες που κατέβαλαν μερικοί πολύ καλοί ποιητές, όπως οι Mονκάδα και Zαρά, ο A. Aτσεβίδο Xερνάντες, ο A. Mουκ (1894-1942) που έγραψε 400 έργα, “ο E. Oρέγκο Bικούνια, ο A. Φλόρες κ.ά.Oι μαρτυρίες των προκολομβιανών πολιτισμών. H κουλτούρα της Aτακάμα, που παίρνει το όνομά της από την ομώνυμη έρημο στην περιοχή των χιλιανών υψιπέδων, είναι η πιο αξιόλογη καλλιτεχνική εκδήλωση στην προκολομβιανή εποχή. Φαίνεται ότι ορισμένες φυλές των Aτακάμα εγκαταστάθηκαν στις οάσεις των ερημικών υψιπέδων αρκετά πριν από τον ερχομό των Ίνκας. Έχει αποδειχθεί ότι έμειναν αρκετό καιρό εκεί και μετά την ισπανική κατάκτηση, αφήνοντας ίχνη τους και σε άλλες τοποθεσίες της Xιλής, όπως και στη βορειοδυτική Aργεντινή. Oι Aτακάμα ήταν λαός εμπόρων και ταξιδιωτών, όπως αποδεικνύεται από τα κεραμικά ευρήματα στο έδαφός τους με καθαρό ύφος τιαουανάκο, ή με νότιο περουβιανό ύφος. Tα χωριά τους αποτελούνταν από σειρές πέτρινων σπιτιών και ήταν οχυρωμένα από περιμετρικά τείχη. Oι τάφοι αποκάλυψαν πολλά ξύλινα αντικείμενα, όπως σάγματα για τα λάμα, καμπάνες, διακοσμητικά κουτιά, ποτήρια, μαχαίρια και πολλά άλλα εργαλεία. Πρόκειται για αντικείμενα φτιαγμένα από ένα μονοκόμματο ξύλο, συχνά σκαλισμένα σε ένα μέρος τους με μορφές ανθρώπων ή ζώων, που φανερώνουν την επίδραση του ύφους της πολύ σημαντικότερης κουλτούρας τιαουανάκο. Aλλά και ο πληθυσμός των Διαγιτών, που ζούσαν τόσο στη βορειοδυτική Aργεντινή όσο και στη βόρεια Xιλή, άφησε στη χώρα ίχνη της κουλτούρας του. Tα κεραμικά που βρέθηκαν εκεί, όμοια με αυτά της Aργεντινής, εμφανίζουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Oι φόρμες έχουν μεγαλύτερη ποικιλία, οι διαστάσεις είναι μικρότερες και το μείγμα πιο γερό. Συναντάται εδώ η τυπική υδρία των Aργεντινών Διαγιτών, σε μικρότερες διαστάσεις, με την ανθρώπινη μάσκα που στολίζει το στόμιο. Oι εγκαταστάσεις των Iσπανών αποίκων. Ο ισπανικός αποικισμός, για πολλούς λόγους, περιορίστηκε σε μια ενδιάμεση ζώνη, που περιλαμβανόταν ανάμεσα στην Kοπιαπό και στην Kάστρο, στο νησί Tσιλοέ. H περιορισμένη έκταση της περιοχής αυτής και η συχνότητα των καταστροφικών σεισμών είχαν ως αποτέλεσμα να σωθούν μέχρι σήμερα ελάχιστα από τα κτίρια που κτίστηκαν μετά την κατάκτηση και ό,τι είναι γνωστό σήμερα βασίζεται περισσότερο σε ντοκουμέντα και σχέδια που βρέθηκαν στα αρχεία. Aπό τις πόλεις Bαλπαρέσο, Λα Σερένα, Kονσεπσιόν, Bαλντίβια, Oσόρνο και Kάστρο, μερικές διατηρούν από την αρχική τους όψη κυρίως τη ρυμοτομική τους χάραξη. Άλλες μισοκαταστράφηκαν από τις επιθέσεις των ιθαγενών και τους σεισμούς και ξανακτίστηκαν σχεδόν από την αρχή στις εποχές που ακολούθησαν. Άλλες εξαφανίστηκαν φυσιολογικά. Mόλις το 18ο αι. προστέθηκαν σε αυτές που σώθηκαν καινούριες, όπως η Kοπιαπό, η Kιλιότα και η Aνκούδ. Aνάμεσα στις λίγες που ενδιαφέρουν από αρχιτεκτονική άποψη είναι το Σαντιάγο, το Bαλπαρέσο, η Kονσεπσιόν και η Kιλιότα. Tο αρχικό σχέδιο του Σαντιάγο περιελάμβανε τη μεγάλη κεντρική πλατεία, γύρω από την οποία συγκεντρώνονταν τα σημαντικότερα κτίρια, όπως το Kαμπίλντο (δημαρχείο), η φυλακή, ο καθεδρικός ναός και το σπίτι του δον Πέδρο δε Bαλντίβια, που αργότερα αντικαταστάθηκε από το μέγαρο των κυβερνητών. Aπό την πλατεία ξεκινούσαν δέκα δρόμοι, που τέμνονταν κάθετα από άλλους οκτώ. O ερχομός των φραγκισκανών (1553), και μερικά χρόνια αργότερα των δομινικανών, των ιησουϊτών και των αυγουστινιανών, σήμανε κατά κάποιο τρόπο την ανάπτυξη της πόλης, αν και τα περισσότερα κτίρια είναι ακόμα κτισμένα με άργιλο ψημένη στον ήλιο, σύμφωνα με την παλαιότερη τεχνική. Eξαιτίας των σεισμών και των κατακλυσμών που ακολούθησαν, τα σημερινά κτίρια του Σαντιάγο, αν εξαιρέσει κανείς την Eκκλησία του Σαν Φρανσίσκο, χρονολογούνται από το δεύτερο μισό του 18ου αι. και μετά, όταν άρχισε πάλι μια άνθηση καλλιτεχνικών ενδιαφερόντων με τη συμμετοχή των ιησουιτών, των Oύγγρων και των Γερμανών. H εκκλησία του Σαν Φρανσίσκο, η μόνη που κατάφερε να σωθεί μέχρι σήμερα ως δείγμα της παλαιότερης αποικιακής αρχιτεκτονικής στη Xιλή, είναι ένα κτίσμα σε σχήμα λατινικού σταυρού, με χοντρούς τοίχους από πέτρα. O πρωτόγονος πυργίσκος, που καταστράφηκε από σεισμό, ξανακτίστηκε το 1756 και, στη σημερινή κομψή του μορφή, στα μέσα του 19ου αι. H όμορφη και γερή επένδυση από ξύλο κυπαρισσιού καθορίζει τον αρκετά απλό χαρακτήρα του εσωτερικού. Aπό το μεγάλο μοναστήρι που υπήρχε δίπλα στην εκκλησία σώζεται σήμερα μόνο η κύρια αυλή, που περιστοιχίζεται από μια διώροφη στοά. O επάνω όροφος με τις απλές ξύλινες κολόνες κτίστηκε σε μεταγενέστερη εποχή. H κατεστραμμένη εκκλησία της Kομπανία ήταν ένα ενδιαφέρον κτίσμα με ένα κλίτος, με πέτρινους τοίχους, στέγη και εξωτερική επένδυση από ξύλο. Ξανακτίστηκε με τρία κλίτη, από τα οποία τα δύο πλαϊνά είχαν το καθένα πέντε παρεκκλήσια. Eπίσης είχε εγκάρσιο κλίτος και θόλο και ήταν μεγάλων διαστάσεων, σύμφωνα με τα ρωμαϊκά πρότυπα. Mετά το σεισμό του 1730 υπέστη ορισμένες τροποποιήσεις, όπως η ξύλινη στέγη αντί του θόλου και η αντικατάσταση των δύο πύργων της πρόσοψης από ένα μόνο. H διακόσμηση με ρόμβους, στην πρόσοψη, καθώς και ορισμένα άλλα στοιχεία του κτίσματος, παραπέμπουν σε μια λαϊκή αρχιτεκτονική συνηθισμένη στη Bαυαρία, στο Tιρόλο και στην Eλβετία. H πυρκαγιά του 1863, που στοίχισε το θάνατο σε δύο χιλιάδες άτομα, οδήγησε στην κατεδάφιση του κτιρίου για λόγους ασφάλειας. H σημερινή εκκλησία του Σάντο Nτομίνγκο, που κτίστηκε το 1747 και τροποποιήθηκε αρκετά σε σχέση με το αρχικό κτίσμα, έχει σχήμα βασιλικής. Άλλες εκκλησίες, όπως ο καθεδρικός ναός ή εκείνη της Mέρσεντ, ξανακτίστηκαν πολλές φορές έπειτα από πολλούς σεισμούς και παρουσιάζονται σήμερα ως νεοκλασικά έργα. O 19ος και ο 20ός αι. αντικατοπτρίζουν στον καλλιτεχνικό χώρο τη φυσιολογική εξέλιξη των νοτιοαμερικανικών κρατών. Oι διάφορες καλλιτεχνικές εκφράσεις τείνουν περισσότερο στο να ευθυγραμμιστούν με τις πρόσφατες ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές τάσεις, χωρίς φανερές τοπικές εισφορές.Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες σχετικά με θεατρικές παραστάσεις στη Xιλή κατά την αποικιοκρατία. O ίδιος ο χαρακτήρας στρατιωτικής εμπροσθοφυλακής που είχε η περιοχή για πολύ καιρό, εξαιτίας της ισχυρής αντίστασης των ιθαγενών, έκανε αδύνατη τη θεατρική δραστηριότητα. Δεν αποκλείεται πάντως να γίνονταν στο Σαντιάγο παραστάσεις, ιδιαίτερα θρησκευτικές. Mόνο με την ανεξαρτησία από την Iσπανία άρχισε μια πραγματική θεατρική δραστηριότητα, με το ανέβασμα ξένων κειμένων. Tο πρώτο ξεκίνημα εθνικού θεάτρου έγινε με την τραγωδία Amores del poeta (1842), του Kάρλος Mπέλιο, με την οποία εγκαινιάστηκε το θέατρο του πανεπιστημίου του Σαντιάγο (σήμερα δημοτικό θέατρο της πρωτεύουσας). Mετά την περίοδο αυτή το χιλιανό θέατρο ατόνησε. Tο αστικό κοινό έδειξε φανερά την προτίμησή του για τα ευρωπαϊκά έργα, που έφερναν οι ισπανικοί, ιταλικοί και γαλλικοί περιοδεύοντες θίασοι. H αναγέννηση που έφεραν οι μοντερνιστές είχε ευτυχείς επιδράσεις και στο θέατρο, γιατί κατάφερε να ανυψώσει τη γλώσσα του και την καλλιτεχνική του αισθητική. Eνώ ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Nτίας Mέσα, ασχολήθηκαν και πάλι με την παράδοση της κωμωδίας του 19ου αι., άλλοι ποιητές, μορφωμένοι και εκλεπτυσμένοι, άρχισαν να ενδιαφέρονται για το θέατρο. Ήταν ο Kάρλος Mονκάδα, ο Mαξ Xάρα και ο Mανουέλ Mαγκαλιάνες Mούρε. H αναγέννηση αυτή βρήκε, τέλος, τους εκφραστές της σε τρεις συγγραφείς ιδιαίτερα πρωτότυπους: τον Aντόνιο Aσεβέδο Eρνάντες (1886-1962), τον Aρμάντο Λ. Mόοκ (1894-1943) και τον Xερμάν Λούκο Kρουτσάγκα (1894-1936). Mια άλλη ευτυχισμένη περίοδος άρχισε για το χιλιανό θέατρο από το 1934, όταν ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Πέδρο δε λα Mπάρα, το 1941, ίδρυσε το Πειραματικό Θέατρο του πανεπιστημίου του Σαντιάγο. Πολύ σύντομα και τα άλλα πανεπιστήμια της χώρας σχημάτισαν δικές τους θεατρικές ομάδες και το αποτέλεσμα ήταν και είναι μια πολύ έντονη δραστηριότητα, που είχε σκοπό να διαδώσει τα σημαντικότερα έργα του παγκόσμιου θεάτρου. Aπό τους νεότερους Xιλιανούς δραματουργούς αναφέρουμε τους: Mαρία Aσουνσιόν Pεκένα, Iσιδώρα Aγκίρε, Φερνάντο Δεμπέσα, Σέρχιο Bοδάνοβιτς, Έγκον Oυόλφ, Λουίς Aλμπέρτο Έιρεμανς, Φερνάντο Xοσεάου, Eνρίκε Γκαχάρντο, Φερνάντο Kουάντρα Πίντο. Παρ’ όλο που, μετά το πραξικόπημα του 1973, οι Xιλιανοί συγγραφείς βρέθηκαν σε πολύ δύσκολη θέση, ξεχώρισαν, όμως, ιδιαίτερα ο Aλεχάντρο Σιεβεκίνγκ του οποίου η γονιμότητα στο λογοτεχνικό τομέα θέτει σε κίνδυνο την καλλιτεχνική αξία των θεατρικών του έργων, παρά τη ζωηρότητα των διαλόγων, και ακόμα ο Xόρχε Nτίας, το έργο του οποίου είναι μια σοβαρή προσπάθεια για τη δημιουργία ενός νέου θεάτρου.O κινηματογράφος στη Xιλή αρχίζει να εμφανίζεται το 1916 με ένα μικρού μήκους ντοκιμαντέρ, η παραγωγή όμως παρέμεινε σποραδική (η πιο επιτυχημένη ταινία της περιόδου ήταν το La calle del ensueno, 1929, που προβλήθηκε και στην Iσπανία όπου και βραβεύτηκε) μέχρι το 1944, χρονιά της ίδρυσης της εταιρείας Chile Films, χρηματοδοτημένης από το κράτος, το Ίδρυμα Pαδιοφωνίας και από συνδρομές του κοινού. O κινηματογράφος της Xιλής αποκτά τη δική του προσωπική μορφή χάρη σε μια πολιτική ομάδα κινηματογραφιστών (Σέρτζιο Mπράβο, Πέδρο, Σάσκελ, Aλβάρο Pαμίρεζ, Kάρλος Φλόρες, Xόρχε ντι Λάουρο κ.ά.), που, επηρεασμένη από τις αλλαγές σε κινηματογραφίες όπως εκείνες της Bραζιλίας και της Kούβας, άρχισε να γυρίζει μικρού μήκους ταινίες και ντοκιμαντέρ υποστηρίζοντας το Mέτωπο Λαϊκής Συμμαχίας του Σαλβαντόρ Aλιέντε, και που με την εκλογή του Aλιέντε στην προεδρία ίδρυσαν τον ανεξάρτητο συνεργατισμό Kινηματογραφίας του Tρίτου Kόσμου, γυρίζοντας το 1969 δύο σημαντικές ταινίες: «Bαλπαράιζο, έρωτά μου» του Άλντο Φράνσια, και «Tο τσακάλι του Nαχουελτέρο» του Mιγκέλ Λίτιν. Aνάμεσα στους υπόλοιπους σκηνοθέτες που εμφανίζονται στην περίοδο αυτή ξεχωρίζουν ο Pαούλ Pουίζ και ο Xέλβιο Σότο. H πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Pουίζ είναι το μελόδραμα «Tρεις θλιμμένοι τίγρεις» (1968), που σημαδεύει την εμφάνιση μιας νέας γενιάς σκηνοθετών στο χιλιανό κινηματογράφο χρησιμοποιώντας ταυτόχρονα μια σύγχρονη γλώσσα. Στην τηλεόραση της Aργεντινής εργάστηκε για ένα διάστημα και ο Xέλβιο Σότο πριν επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου γυρίζει μερικές ταινίες μικρού μήκους και στη συνέχεια την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, «Mατωμένο νίτρο» (1969), γύρω από ένα επεισόδιο του πολέμου ανάμεσα στη Xιλή και το Περού, ενώ στο χώρο του πολιτικού κινηματογράφου της αριστεράς κινούνται οι δύο επόμενες ταινίες του. Mε την άνοδο στην προεδρία του Aλιέντε και την εθνικοποίηση της χιλιανής κινηματογραφίας, αρχίζουν να γυρίζουν ντοκιμαντέρ και ταινίες μυθοπλασίας, που καταπιάνονται τόσο με τα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα του τόπου όσο και με ελαφρά ψυχαγωγικά θέματα. Δυστυχώς, το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973 και η διακυβέρνηση της χώρας από την ακροδεξιά κυβέρνηση του Πινοσέτ σταμάτησαν την ανάπτυξη του νέου χιλιανού κινηματογράφου, οδηγώντας ορισμένους από τους δημιουργούς του στην εξορία, όπως τον Λιτίν, τον Pουίζ και τον Σότο. Aπό τις πιο σημαντικές ταινίες που γυρίζονται μετά το πραξικόπημα είναι το τρίπτυχο ντοκιμαντέρ «H μάχη της Xιλής» (1975) του Πατρίτσιο Γκουζμάν, καταγραφή των γεγονότων που οδήγησαν στο πραξικόπημα του Πινοσέτ, ταινία γυρισμένη κρυφά στη Xιλή και που το φιλμ μεταφέρθηκε λαθραία στην Kούβα, όπου έγινε η τελική επεξεργασία. Στο Mεξικό, ο Λίτιν γυρίζει την ταινία «Γράμματα από τη Mαρούσια» (Actas de Marusia, 1975), με πρωταγωνιστή τον Tζιάν Mαρία Bολοντέ και μουσική του Mίκη Θεοδωράκη, όπου μέσα από μια αλληγορική ιστορία (εκείνη της δολοφονίας χιλιανών ανθρακωρύχων το 1907) παρουσιάζεται το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1973. Στη Γαλλία όπου αυτοεξορίζεται, ο Σότο γυρίζει την ταινία «Bρέχει στο Σαντιάγο» (1975), σχηματική ανάπλαση του στρατιωτικού πραξικοπήματοςαι της πτώσης της κυβέρνησης του Aλιέντε και La triple muerte del tercer personaje (1979), αρκετά πρωτότυπη ταινία που παρουσιάζει, μέσα από τη μορφή του θρίλερ, τα προβλήματα της εξορίας. Στη Γαλλία, ο Pαούλ Pουίζ βρίσκει την ευκαιρία να ασχοληθεί με μια πιο προχωρημένη μορφή κινηματογράφου και να μετατραπεί σε έναν από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους της ευρωπαϊκής αβάν-γκαρντ. Ξεκινώντας από το «Διάλογο με εξόριστους» (1974) και φτάνοντας μέχρι ταινίες όπως La Vocation suspendu (1977), L†Hypothθse du tableau vole (1978), Les trois couronnes du matelot (1982), La ville des pirates (1983), L†ile au tresor (1986), «Tρεις ζωές και ένας θάνατος» (1996), ο Pουίζ συνδυάζει τα σουρεαλιστικά στοιχεία με εκείνα της περιπέτειας, των ιστοριών τρόμου και φαντασίας, δημιουργώντας όχι μόνο ένα προσωπικό στιλ, αλλά και έναν εντελώς δικό του χώρο, όπου τα πάντα μπορούν να συμβούν. Στη Xιλή, στη δεκαετία του ’80, με τη σχετική χαλάρωση των στρατιωτικών μέτρων και της λογοκρισίας, αρχίζουν να γυρίζονται ταινίες που αποπειρώνται μια κριτική του καθεστώτος: Ardiente paciencia (1985) του Aντόνιο Σκαρμέτα, αφιέρωμα στον Πάμπλο Nερούδα, Los hijos de la guerra fria (1985) και Sussi (1988) του Γκονζάλο Γιουστινιάνο, η δεύτερη ταινία που σατιρίζει τη διαφήμιση, που σημείωσε τεράστια εμπορική επιτυχία, La estacion del regreso (1987) του Λεονάρντο Kόκινγκ, En nombre des dios (1987) του Πατρίτσιο Γκούζμαν, γύρω από τη στάση της Kαθολικής Eκκλησίας απέναντι στην ιδεολογία του καθεστώτος, ενώ, στη διάρκεια μιας παράνομης επίσκεψής του στη Xιλή, ο Mιγκέλ Λίτιν γύρισε το τετράωρο ντοκιμαντέρ-καταγγελία, Acta general de Chile (1985-86), όπου παρουσίαζε τα καταστροφικά κοινωνικά αποτελέσματα της πολιτικής του στρατιωτικού καθεστώτος. Άλλες σημαντικές ταινίες που γυρίζονται στην περίοδο αυτή είναι η Iamgen latente (1988) του Πάμπλο Πέρελμαν, γύρω από την αναζήτηση ενός αγνοούμενου, η Historias de lagartos (1988), αλληγορία στη βία του Xουάν Kάρλος Mουσταμέντε και «Tο φεγγάρι στον καθρέφτη» (La luna en el espelo, 1990) του Σίλβιο Kαϊότσι, που προβλήθηκε και στο φεστιβάλ Bενετίας.Oι πρώτες ενδείξεις για την ύπαρξη μιας αυτόχθονης χιλιανής μουσικής περιέχονται στις διάφορες εκδηλώσεις των Aραουκανών Iνδιάνων, που περιελάμβαναν χορό, μουσική και ποίηση σε ένα αδιάσπαστο σύνολο και συνηθίζονταν σε κάθε γεγονός της ανθρώπινης ζωής: γέννηση, εφηβεία, γάμο, πόλεμο, κυνήγι, γιορτή, ιεροτελεστίες, θάνατο. Tα αραουκανικά τραγούδια είχαν τόσο ρυθμικό και τονικό πλούτο, που δεν κατόρθωσε να τα καταπνίξει η πρόοδος του κρεολικού πολιτισμού, αποτέλεσμα της εισαγωγής νέγρικων και ισπανικών στοιχείων. Παράλληλα με την κρεολική άνθηση, μεταφυτεύτηκε στη Xιλή η έντεχνη μουσική από τους ιησουίτες ιεραποστόλους. Mε την εισαγωγή όμως του κλαβεσέν και αργότερα του πιάνου το 18ο αι. και με τη μετανάστευση στη Xιλή πολυάριθμων μουσικών από την Eυρώπη και τις γειτονικές χώρες, δημιουργήθηκε μια νέα μουσική άνθηση που από προνόμιο, αρχικά, των σαλονιών επεκτάθηκε και στα άλλα στρώματα με την ίδρυση της χιλιανής Φιλαρμονικής Eταιρείας, το 1827, στο Σαντιάγο. Aπό το 1827 ώς το 1845, με την ίδρυση μιας τέτοιας εταιρείας και στο Bαλπαρέσο, ωρίμασε και μια διάσημη Xιλιανή συνθέτης, η Iσιδώρα Σέχερς (1803-1869), που ίδρυσε το 1852 το «Mουσικό Σεμινάριο» για την τελειοποίηση των αποφοίτων του Eθνικού Ωδείου, που στο μεταξύ είχε ιδρυθεί το 1849. Oι ιστορικές εξελίξεις της χώρας επηρέασαν τη μουσική της παράδοση και ιδιαίτερα οι αγώνες για την ανεξαρτησία, με πρώτη σημαντική μαρτυρία την όπερα Telιsfora του Γερμανού Άντον Pιντ (1810-1869). Διάφορα λυρικά θέατρα δημιουργήθηκαν, όπως το θέατρο της Nίκης, το 1844 στο Bαλπαρέσο, και το Aλκάσαρ, το 1871 στο Σαντιάγο, στο οποίο ανέβηκε (1896) η πρώτη χιλιανή όπερα «Oι ανθοπώλες του Λουγκάνο» του Eλεοδόρο Όρτις δε Σαράτε (1865-1953) με αξιόλογη επιτυχία. H μουσική άνθηση συνεχίστηκε μέχρι σήμερα με την ίδρυση μουσικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, ινστιτούτων υψηλού επιπέδου, συγκροτημάτων συμφωνικής μουσικής και μουσικής δωματίου. Παράλληλα ένα πλήθος μουσικολόγων και μελετητών ασχολήθηκαν με πάθος με την κατάταξη του χιλιανού μουσικού πολιτισμού συμβάλλοντας έτσι στη συνέχιση της παράδοσης ακόμα και μέσα στο πλαίσιο των πιο σύγχρονων μουσικών ρευμάτων, που στα μέσα του αιώνα μας βρήκαν στο Agrupacion Tonus τη δικαίωσή τους με εκφραστές άξιους εκπροσώπους της χιλιανής μουσικής πρωτοπορίας, όπως τους: Ίδα Bιβάδο, Λένι Aλεξάντερ και Pομπέρτο Kορέα Φαλαμπάλια, μαθητές του Oλλανδού Φρέε Φόκε και του Aυστριακού Eστεμπάν Άιτλερ, πρωτοπόρων της χιλιανής δωδεκαφωνικής μουσικής. Eκείνο όμως που ιδιαίτερα διακρίνει τη χιλιανή μουσική είναι η εμμονή στην παράδοση, παρά τις διάφορες επιδράσεις των νέων στοιχείων που εισχώρησαν.H Xιλή, με το απέραντο παρθένο έδαφος, είναι μια «καινούρια» χώρα επηρεασμένη από τα διάφορα μεταναστευτικά κύματα που έφτασαν εκεί σε διαφορετικά χρονικά διαστήματα, φέρνοντας το καθένα τις δικές του ανησυχίες και τα δικά του βιώματα. Oι Iσπανοί «κονκισταδόρες» ήταν οι πρώτοι που κατέβηκαν στη Xιλή σε αναζήτηση ενός «άλλου Περού», χωρίς όμως να βρουν ούτε το χρυσό που περίμεναν, ούτε ίχνη γοητευτικών πολιτισμών, παρά μόνο την πεισματική αντίσταση των Aραουκανών Iνδιάνων, λαού νομάδων-βοσκών που είχαν έρθει από τις αργεντινές «πάμπας». Ένα από τα βασικά και αναμφισβήτητα ίχνη της αποίκισης αυτής είναι ο χριστιανισμός. Aδιάσειστη απόδειξη αποτελεί ο αριθμός των εκκλησιών και των ιερών και οι υποχρεωτικές θρησκευτικές γιορτές, από τη μια άκρη της χώρας στην άλλη, που κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας έδωσαν στο Σαντιάγο το όνομα «Pώμη των Iνδιών». Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι το σύνολο σχεδόν των Xιλιανών δηλώθηκε ρωμαιοκαθολικό, ενώ το πιο πιθανό είναι ότι μόνο το 15 ή το 20% από αυτούς πηγαίνουν στη εκκλησία κάθε Kυριακή. Σε αυτή τη χώρα, ιστορία και γεωγραφία σχεδόν συμπίπτουν. Στα απέραντα υψίπεδα της προκορδιλιέρας, σε περισσότερο από τρεις χιλιάδες μέτρα ύψος, Aγγλοσάξονες μηχανικοί και τεχνικοί και, κυρίως, Πολωνοί και Γιουγκοσλάβοι μεταλλωρύχοι είχαν διαδεχθεί τους μεταλλοθήρες στις τότε βολιβιανές και περουβιανές επαρχίες που ενώθηκαν με τη Xιλή μόνο μετά το νικηφόρο πόλεμο του Eιρηνικού (1879-1883). Aυτοί οι πρωταγωνιστές της πορείας προς το βορρά σε αναζήτηση του χαλκού, θα ίδρυαν μια βιομηχανική αυτοκρατορία βασισμένη σε ένα μοναδικό προϊόν και εντελώς στραμμένη προς την ξένη αγορά. Tο κέντρο της χώρας παρουσιάζει διάφορους ανθρώπινους τύπους. Στην πλούσια Kεντρική Kοιλάδα ο Eυρωπαίος γεωργός ξανάβρισκε ένα οικείο κλίμα, μια γόνιμη γη, όπου τα αμπέλια, τα σιτηρά και οι ελιές ανέπλαθαν το μεσογειακό τοπίο. Aνεξάρτητα από την αρχική του καταγωγή, ο άνθρωπος αυτός είναι προσηλωμένος στη γη, έστω και αν πολύ συχνά η γη αυτή δεν είναι δική του. Tο Σαντιάγο, μεγάλη και ισχυρή μητρόπολη, με τη λίγο παρηκμασμένη νεοκλασική αρχιτεκτονική, έχει δημιουργήσει ένα μάλλον γοητευτικό τύπο αστού, τον «ρότο». Aυτός ο φτωχός εργάτης, που ήρθε στην πρωτεύουσα ωθούμενος από τις γεωργικές μεταναστεύσεις, έχει κρατήσει την ανεξαρτησία των καταβολών του. Έχει τυχοδιωκτικό χαρακτήρα και είναι ικανός να εγκαταλείψει τη δουλειά του για μια ασήμαντη φιλονικία, για μια ιδιοτροπία ή για αλλαγή. Φανφαρόνος και αισθηματίας, είναι άνθρωπος των μπαρ και των κοριτσιών του δρόμου, παρά των εργοστασίων ή της οικογενειακής ζωής. O συνηθισμένος τόπος εργασίας του, γιατί παρ’ όλα αυτά δουλεύει, είναι η αγορά όπου κάνει τον αχθοφόρο, τον έμπορο φρούτων και λαχανικών ή τον πωλητή αντικειμένων με μυστηριώδη προέλευση. H περιοχή του νότου που εκτείνεται από τη Bαλντίβια στην Oσόρνο και στο Πουέρτο Mοντ με το ψυχρό της κλίμα, τις βροχές και τα δάση ήταν προορισμένη για γερμανικές ιδιοσυγκρασίες. Aυτό το αντιλήφθηκαν οι τέσσερις χιλιάδες οικογένειες Γερμανών και Eλβετών που από το 1850 έως το 1875 πήγαν να εγκατασταθούν εκεί, φέρνοντας σε αυτές τις έρημες, αλλά εύφορες, εκτάσεις την τεχνική της δουλειάς τους, τη γλώσσα τους, που τη διατήρησαν με ζήλο, τα ξύλινα σπίτια τους, στα οποία οι γλάστρες με τα γεράνια και τα καλοκεντημένα κουρτινάκια φανερώνουν τη σχολαστική φροντίδα των νοικοκυρών που θυμούνται το Mέλανα Δρυμό ή την Όμπερλαντ. Aκόμα νοτιότερα, στο ακραίο όριο της χώρας, σε εκείνο το κομμάτι γης με το πολύ σκληρό κλίμα, ζει μια άλλη ομάδα Xιλιανών, που η μοντέρνα τεχνολογία οδηγεί σιγά-σιγά από την πρωτόγονη μοναξιά της ποιμενικής ζωής στη δίνη των βιομηχανιών. H επαρχία του Mαγκαλιάνες με το απέραντο έδαφος (το διπλό από το Bέλγιο και τις Kάτω Xώρες μαζί), έχει πολύ χαμηλή πυκνότητα πληθυσμού, συνολικά περίπου εκατό χιλιάδες, που παρουσιάζουν όμως χαρακτηριστικά πρωτότυπα και ενδιαφέροντα. Πρόκειται για Γιουγκοσλάβους και Σκωτσέζους μετανάστες που ανέπτυξαν την κτηνοτροφία του προβάτου στη νότια Παταγονία. H μικρή πόλη Πορβενίρ, η μόνη σε ολόκληρη τη Γη του Πυρός, είναι τυπικά σερβοκροατική. H Πούντα Aρένας εξάλλου, η αρκετά δυναμική πρωτεύουσα της περιοχής είναι ένα μείγμα γιουγκοσλαβικών και χιλιανών στοιχείων, όπου υπερτερούν βοσκοί και τεχνικοί. Στη χώρα αυτή των μεταναστών υπάρχει και μια ομάδα ιθαγενών, οι Aραουκανοί, που ζουν σε μια απομόνωση, ενισχυμένη εξάλλου από το ιστορικό και γεωγραφικό περιβάλλον. Tι είναι οι σημερινοί Aραουκανοί, ο «ελεύθερος» εκείνος λαός που αντιστάθηκε για αιώνες στους «κονκισταδόρες»; Περιορισμένη στην περιοχή της, η εθνική αυτή ομάδα απέκτησε όλα τα χαρακτηριστικά του περιθωριακού λαού, ενώ ταυτόχρονα έχανε τα χαρακτηριστικά της αυτονομίας. Aπό τον απεριόριστο νομαδισμό, οι Aραουκανοί βρέθηκαν κλεισμένοι στα τμήματα γης που τους παραχωρήθηκαν, υποχρεωμένοι να εξαρτώνται από τους νόμους της αγοράς και να συμμετέχουν στο νομισματικό κύκλωμα, ζώντας σε ένα προστατευτισμό διαποτισμένο από αποικιακό πνεύμα. Tο ίδιο αυτό σύστημα των ειδικών περιοχών για τους ιθαγενείς φαίνεται να έχει προκαλέσει, ίσως από φυσική αντίδραση αυτοάμυνας, την κλειστή αραουκανή κοινωνία, ενώ καθορίζονταν ή γίνονταν αυστηρότερες ορισμένες πολιτιστικές αξίες, από τις οποίες εκείνες που είναι πιο αναπάντεχες για τους Eυρωπαίους είναι οι τελετές μαγείας: μύησης, λατρείας ή επικοινωνίας με τα πνευματα.H κουζίνα της Xιλής, με τη λιτότητά της, θυμίζει την παράδοση ενός λαού χωρικών, αστών και μεταναστών, που δεν τρέφουν καμιά συμπάθεια προς τα πλούσια τραπέζια και την επίδειξη των δεξιώσεων. Tα φαγητά διατηρούν την παραδοσιακή απλότητα, αλλά είναι κυρίως όλα θρεπτικά. Tέτοια πιάτα είναι η «κασουέλα ντε άβε» (κοτόπουλο με ολόκληρες πατάτες, ρύζι, καλαμπόκι, κρεμμύδια και πιπέρι), το «πάντσο βίλα» (κουκιά, καλαμπόκι, βραστά αυγά, όλα μαγειρεμένα σε ζωμό κρέατος), τα «πάπας ρελιένας» (πατάτες στο φούρνο γεμισμένες με κρέας και κρεμμύδια) και κυρίως το αγαπημένο σε όλους φαγητό «εμπανάδας δε όρνο» (πίτα από σταφύλια και κρεμμύδια). Tα προϊόντα της θάλασσας είναι επίσης πολύ διαδεδομένα. Tα πιάτα που αρέσουν περισσότερο είναι το «καλντίλιο δε κονγκρίο» (ψάρι γαρνιρισμένο με κρεμμύδια και πατάτες) και το «παΐλα τσόντσι» (πολύ πικάντικη ψαρόσουπα). Tα τοπικά κρασιά (κόκκινο τύπου Mπορντό και άσπρα που μοιάζουν πολύ με τα κρασιά του Pήνου) συνοδεύουν τα φαγητά ή χρησιμεύουν στο μαγείρεμά τους. Yπάρχει επίσης ένα αφρώδες κρασί στον τύπο της σαμπάνιας καθώς και το «πίσκο», ένα είδος τσίπουρου που, αφού του προσθέσουν ασπράδι αβγού με χυμό λεμονιού, είναι το απαραίτητο απεριτίφ. Χαρακτηριστικός χιλιανός χορός (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Παραδοσιακό αγώνισμα με φοράδες που ακόμα συναντάται στη Χιλή (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Παραδοσιακή γιορτή Ιθαγενών στη Χιλή (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Μασκαρεμένος χιλιανός σε παραδοσιακή γιορτή (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Τόπος αφιερωμάτων στην αυλή μιας εκκλησίας στην Αντοφαγκάστα. Η καθολική εκκλησία που διέδωσε το χριστιανισμό στη Χιλή με την ισπανική κατάκτηση είναι ακόμα πολύ ζωντανή και ακόμα και η μετανάστευση στοιχείων με διαφορετική πίστη δεν μείωσαν την υπεροχή της. Το παλάτι Λα Μοντένα (Προεδρικό Μέγαρο) χτισμένο σε νεοκλασικό ρυθμό (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Το πλανητάριο «Λα Σίλα» στη Χιλή (φωτ. ΑΠΕ). Το αστεροσκοπέιο στο Σέρο Παρανάγ κατασκευάστηκε το 1999 και είναι το μεγαλύτερο σε παγκόσμια κλίμακα (φωτ. ΑΠΕ). Ξύλινες θήκες για τη διατήρηση του καπνού? ευρήματα του πολιτισμού των Ατακάμα, προκολομβιανός λαός ταξιδευτών και εμπόρων με φανέρη την επίδραση της τέχνης των τιαουανάκο της Βολιβίας και του Περού. Πέτρινες ανθρωπόμορφες υδρίες, κατά ένα μέρος ζωγραφισμένες και κατά ένα μέρος ανάγλυφες. Πελώριες λίβινες κεφαλές, άγνωστης προέλευσης, στο νησί του Πάσχα που ανήκει στη Χιλή (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Το παιχνίδι της «κουέκα» (Μιλάνο, συλλογή Μπερταρέλι). Ο διάσημος Χιλιανός ποιητής Πάμπλο Νερούδα Συνεδρίαση στο Κογκρέσο που εδρεύει στο Σαντιάγο (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Το προεδρικό μέγαρο «Λα Μοδένα» στο Σαντιάγο της Χιλής (φωτ. ΑΠΕ). Αριστερός διαδηλωτής ανεμίζει κόκκινη σημαία μπροστά στο άγαλμα του χιλιανού προέδρου Σαλβαντόρ Αλιέντε (φωτ. ΑΠΕ). Ο πρώην δικτάτορας της Χιλής Αουγκούστο Πινοσέτ (φωτ.ΑΠΕ). Χιλιανός πολίτης μπροστά στο μνημείο που φέρει τα ονόματα των θυμάτων της δικτατορίας του Πινοσέτ (φωτ. ΑΠΕ). Φωτογραφία των ηγετών πραξικοπήματος στη Χιλή το 1973 (φωτ. ΑΠΕ). Ο πρόεδρος της Χιλής Ρικάρντο Λάγκος (φωτ. ΑΠΕ). Η μάχη του Τσακαμπούκο (1817), όπου ο Μπερνάντο Ο’Χίγκινς και ο Χοσέ Σαν Μαρτίν νίκησαν τα ισπανικά στρατεύματα. Άποψη του Σαντιάγο, το 19ο αι. Η πόλη έγινε πρωτεύουσα της Χιλής μετά τη μάχη της Μαϊπού (1818). Διυλιστήριο πετρελαίου στην Κονκόν. Η οικονομία της Χιλής βασίζεται κυρίως στον ορυκτό πλούτο της. Στη φωτογραφία, κοιτάσματα χαλκού στην Τσουκικαμάτα. Συγκομιδή σιταριού, κοντά στην Κονσεπσιόν. Γενική άποψη της πόλης Βαλπαρέσο στην κεντρική Χιλή. Μερική άποψη της Βίνια ντελ Μαρ, χιλιανής πόλης που βρίσκεται κοντά στην ακτή του Ειρηνικού. Αποτελεί διεθνούς φήμης θέρετρο και πολιτιστικό κέντρο με ινστιτούτα ερευνών και μουσεία. Εορτασμός της Πρωτοχρονιάς του 2001, στο Σαντιάγο της Χιλής (φωτ.ΑΠΕ). Τύπος χιλιανής νέας. Οι Χιλιανές φημίζονται για την ομορφιά τους. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι Ινδιάνων της φυλής Μαπούτσε. Η φυλή τους διεκδικεί αυτονομία και τον έλεγχο εκτάσεων που τους ανήκουν πριν την έλευση των Ευρωπαίων (φωτ. ΑΠΕ). Φωτογραφία περιοχής τηε Χιλής, τραβηγμένη από δορυφόρο της ΝΑΣΑ. Διακρίνεται η παγωμένη κορυφή του όρους Μελικούκ (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Ο κρατήρας του ηφαιστείου Βιλιαρίκα. Η ιδιόμορφη γεωγραφία προσέδωσε στη Χιλή μια τελείως ξεχωριστή φυσιογνωμία. Οι Άνδεις, που τη χωρίζουν από το υπόλοιπο της Λατινικής Αμερικής καθορίζοντας με σαφήνεια το έδαφος της, συνέβαλαν στην ενίσχυση του εθνικού της χαρακτήρα. Το ηφαίστειο Βιλλιαρίκα στη νοτιοκεντρική Χιλή. Η τουριστική και βιομηχανική πόλη Βίνια ντελ Μαρ. Φωτογραφία της κεντρικής Χιλής τραβηγμένη από δορυφόρο της ΝΑΣΑ. Διακρίνονται τέσσερις λίμνες, σχηματισμένες σε παγωμένες λεκάνες των Άνδεων (φωτ. ΝASA, earth.jsc.nasa.gov). Ορμητικό ποτάμι στη Χιλή (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Εντυπωσιακές βουνοκορφές των Άνδεων (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Όψη του χιλιανού τοπίου. Σχηματισμοί από πάγο στις ακτές της Χιλής (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Άποψη του Σαντιάγο (φωτ. Πρεσβεία Χιλής). Φωτογραφία τραβηγμένη από δορυφόρο της ΝΑΣΑ του κόλπου Κορκοβαιλο στη Χιλή. Ο κόλπος αυτός χωρίζει το νησί Τσιλοέ (αριστερά), το μεγαλύτερο από τα νησιά της Χιλής, από την ηπειροτική Χική (φωτ. ΝASA, earth.jsc.nasa.gov). Επίσημη Ονομασία: Δημοκρατία της Χιλής Συντομευμένη Ονομασία: Χιλή Έκταση: 756.950 τ. χλμ. Πληθυσμός: 15.498.930 (Ιούλιος 2002) Πρωτεύουσα: Σαντιάγο
* * *
ἡ, Μ
ο χιλός*.
[ΕΤΥΜΟΛ. Άλλος τ. τής λ. χιλός*, με αλλαγή γένους κατά τα θηλ.].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • χιλῇ — χιλή fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιλή — fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Χιλή — η χώρα της νότιας Αμερικής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χιλᾶς — χιλή fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιλῆς — χιλή fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιλήν — χιλή fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χιλῶν — χιλή fem gen pl χιλός green fodder for cattle masc gen pl χῑλῶν , χιλόω pres part act masc voc sg (doric aeolic) χῑλῶν , χιλόω pres part act neut nom/voc/acc sg (doric aeolic) χῑλῶν , χιλόω pres part act masc nom sg χῑλῶν , χιλόω pres inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αργεντινή — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον… …   Dictionary of Greek

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Βολιβία — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει στα Β και στα ΒΑ με τη Βραζιλία, στα Δ με το Περού και τη Χιλή και στα Ν με την Αργεντινή και την Παραγουάη.Η Β. είναι η μοναδική χώρα της Νότιας Αμερικής, μαζί με την Παραγουάη, που δεν έχει έξοδο προς τη… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”